H ανά χείρας ανάλυση αποτελεί το πρώτο μέρος ενός κειμένου γύρω από τις εναλλακτικές μεταρρυθμιστικές στρατηγικές που έχουν διατυπωθεί στο πεδίο της Τοπικής Αυτοδιοίκησης, με τρεις στόχους : Πρώτον, να αποσαφηνιστεί το σκεπτικό και το περιεχόμενο κάθε μεταρρυθμιστικής στρατηγικής, δεύτερον, να εντοπιστούν κοινά σημεία και διαφορές, καθώς και πλεονεκτήματα και μειονεκτήματα καθεμίας εξ αυτών και, τρίτον, να διατυπωθούν στη βάση των ανωτέρω κάποιες προτάσεις πολιτικής.

Το παρόν πρώτο μέρος επικεντρώνει σε αυτό που τείνει να θεωρηθεί και ως το μόνιμο πρόβλημα όχι μόνο της Τοπικής Αυτοδιοίκησης, αλλά και συνολικά της Δημόσιας Διοίκησης : τις αρμοδιότητες, την βέλτιστη κατανομή και την αποτελεσματική άσκησή τους. Το ζήτημα βρέθηκε στο επίκεντρο της ειδησεογραφίας και της δημόσιας συζήτησης με αφορμή την πρόσφατη κακοκαιρία («Μήδεια») που κατέληξε στην διακοπή της ηλεκτροδότησης και, σε μικρότερο βαθμό, και της ύδρευσης, σε χιλιάδες νοικοκυριά στην Αττική. Ωστόσο, το θέμα φαίνεται ότι θα απασχολήσει τη δημόσια συζήτηση και πέρα από την άμεση συγκυρία, καθώς αναγνωρίζεται ως μία από τις παθογένειες της ελληνικής Δημόσιας Διοίκησης και στην πρόσφατα δημοσιευθείσα τελική έκθεση επί του «Σχεδίου Ανάπτυξης της Ελληνικής Οικονομίας» (τη γνωστή «έκθεση Πισσαρίδη»)[1], η οποία αποτελεί τη βάση του σχεδιασμού της σημερινής κυβέρνησης, ενόψει και της αξιοποίησης του ευρωπαϊκού Ταμείου Ανάκαμψης. Φαίνεται, επομένως, ότι η στιγμή είναι κατάλληλη για μία τεκμηριωμένη συζήτηση γύρω από την Τοπική Αυτοδιοίκηση και τη μεταρρύθμισή της.Ένας θεσμός με διφυή χαρακτήρα

Ένας θεσμός με διφυή χαρακτήρα

TΟ διφυής αυτός χαρακτήρας αφορά την ίδια τη φυσιογνωμία, τον τρόπο λειτουργίας και τις προτεραιότητες του θεσμού. Στο επίπεδο της Τοπικής Αυτοδιοίκησης, οι παραδόσεις κοινοτικής οργάνωσης προηγούμενων αιώνων, αλλά και οι σύγχρονες διεθνείς τάσεις συμμετοχικής διοίκησης, συναντώνται με τον ρόλο και τις ανάγκες μιας σύγχρονης δημόσιας υπηρεσίας, άμεσα συνδεδεμένης με την καθημερινότητα, αλλά και με την άσκηση σειράς αρμοδιοτήτων, που παρέχει πλήθος υπηρεσιών προς τους πολίτες και ασκεί δημόσια εξουσία. Έτσι, η ανοιχτότητα και η αμεσότητα που χαρακτηρίζουν έναν κατ’ εξοχήν λαϊκό, συμμετοχικό, δημοκρατικό θεσμό αναζητούν στο πεδίο της Τοπικής Αυτοδιοίκησης το σημείο τομής με τις απαιτήσεις για μια σύγχρονη, αποτελεσματική, ορθολογικά οργανωμένη δημόσια υπηρεσία.ο σημείο από το οποίο οφείλει να ξεκινήσει κανείς είναι η αποσαφήνιση κάποιων χαρακτηριστικών της Τοπικής Αυτοδιοίκησης, που την καθιστούν ένα ιδιαίτερο και ευαίσθητο πεδίο και που, σε μεγάλο βαθμό, ορίζουν και το πλαίσιο των διαφορετικών μεταρρυθμιστικών στρατηγικών στον τομέα αυτό. Το βασικό χαρακτηριστικό του θεσμού της Τοπικής Αυτοδιοίκησης είναι ο διφυής χαρακτήρας του, όπως άλλωστε προδίδουν και τα δύο συνθετικά του όρου : αυτο-διοίκηση.

Αν και αυτός ο διφυής χαρακτήρας της Τοπικής Αυτοδιοίκησης είναι ακριβώς το στοιχείο που θα μπορούσε να την καταστήσει εργαστήριο ιδεών και καλών πρακτικών γενικότερα για τη διακυβέρνηση των σύγχρονων κοινωνιών, στη χώρα μας οι δύο «ρίζες» της που προαναφέραμε αντιμετωπίζονται περίπου ως αλληλοαποκλειόμενες και αλληλοσυγκρουόμενες. Η τοπικότητα και η γεωγραφική εγγύτητα, η δημοκρατία και η συμμετοχή θεωρούνται – εσφαλμένα – περίπου ασύμβατες τόσο με την αποτελεσμα-τικότητα στη διοίκηση όσο και με τη δημοσιονομική εξυγίανση. Έτσι, οι περισσότερες μεταρρυθμίσεις στο πεδίο της Τοπικής Αυτοδιοίκησης υπήρξαν στην καλύτερη περίπτωση αμήχανες απέναντι στο ερώτημα της συμφιλίωσης των χαρακτηριστικών αυτών, στη χειρότερη ιδιαίτερα συντηρητικές – χωροταξικά, διοικητικά και πολιτικά[2].

Η ένταση που περιγράψαμε ενυπάρχει και στη σχέση της Τοπικής Αυτοδιοίκη-σης με το (κεντρικό) κράτος. Η Τοπική Αυτοδιοίκηση αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι του κράτους, είναι οργανικά ενταγμένη στο πλέγμα της Δημόσιας Διοίκησης, υπάγεται στο θεσμικό, αλλά και δημοσιονομικό πλαίσιό της, ωστόσο την ίδια στιγμή είναι θεσμός με δική του διακριτή δημοκρατική νομιμοποίηση και αιρετά όργανα. Η ένταση αυτή αποτυπώνεται και στη διατύπωση του ελληνικού συντάγματος, που κάνει λόγο για αυτοτέλεια – και όχι αυτονομία – των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης (ΟΤΑ). Στο σημείο αυτό, της σχέσης μεταξύ κεντρικού κράτους και Τοπικής Αυτοδιοίκησης, βρίσκεται και ο πυρήνας του ζητήματος της διάρθρωσης των αρμοδιοτήτων των επιμέρους διοικητικών επιπέδων και θεσμών, στοιχείο που εν μέρει εξηγεί και τη δυσκολία που υπήρξε μέχρι σήμερα να επιλυθεί το θέμα ικανοποιητικά.

 

Επικαλύψεις και συγχύσεις αρμοδιοτήτων : Έκταση και αιτίες του προβλήματος

 

 

Eίναι σύνηθες, κάθε φορά που κάτι πάει στραβά – συνήθως μετά από κάποια κακοκαιρία, φυσική καταστροφή κ.λπ., αλλά και κάθε φορά που οι πολίτες αγανακτούν για καθυστερήσεις της διοίκησης στην επίλυση προβλημάτων και αιτημάτων τους – οι αρμόδιοι να απαντούν διαπιστώνοντας την «ανυπαρξία του κράτους» και ανακαλύπτοντας (ξανά) το πρόβλημα της σύγχυσης και της επικάλυψης των αρμοδιοτήτων μεταξύ διαφορετικών φορέων.  Ωστόσο, παραφράζοντας ελαφρώς τον Ηράκλειτο, πρέπει να συμφωνήσουμε ότι δεν μπορεί να πέσει κανείς δύο φορές από το ίδιο σύννεφο και, επομένως, δεν είναι λογικό το (εν μέρει, όπως θα καταδειχθεί στη συνέχεια) υπαρκτό θέμα καταμερισμού και άσκησης των αρμοδιοτήτων διαφόρων φορέων να επανέρχεται εδώ και δεκαετίες στη δημόσια συζήτηση ως δικαιολογία από τους ανθρώπους που είναι αρμόδιοι να το επιλύσουν. Πριν ωστόσο προχωρήσουμε στις λύσεις, ας δούμε την πραγματική έκταση και, κυρίως, τις αιτίες του προβλήματος.

 

Απόλυτος διαχωρισμός αρμοδιοτήτων ή συνέργειες;

 

Κατ’ αρχάς, πρέπει να τονιστεί ότι ο απόλυτος διαχωρισμός των αρμοδιοτήτων ούτε εφικτός είναι ούτε και ευκταίος. Δεν πρόκειται για ελληνική παθογένεια, αλλά για φυσικό επακόλουθο της σύνθετης φύσης της σύγχρονης πραγματικότητας :

  • Το πλήθος υποδομών και δικτύων (ηλεκτρικής ενέργειας, αερίου, τηλεπικοινωνιών κ.λπ.) που συντηρεί τις σύγχρονες πόλεις απαιτεί και εξειδικευμένους φορείς διαχείρισης και συντήρησής τους.
  • Η ύπαρξη μεγάλων μητροπολιτικού χαρακτήρα αστικών κέντρων, με μεγάλο και πυκνό πληθυσμό, με σύνθετα προβλήματα και με άμεσα διασυνδεδεμένες τοπικές κοινότητες απαιτεί επίσης διατοπικό συντονισμό.

Και, ευρύτερα, η ίδια η σύνθετη φύση των κοινωνικών προβλημάτων πολύ σπάνια μπορεί να αναχθεί σε ένα μόνο ερώτημα, μία μόνο αρμοδιότητα και κατ’ επέκταση σε έναν μόνο φορέα, ακόμα και στην πλέον καλά δομημένη και οργανωμένη κοινωνία. Το ερώτημα, επομένως, είναι αν αυτή η πραγματικότητα θα οδηγεί σε σύγχυση αρμοδιοτήτων και σε μια ατέρμονη γραφειοκρατία και μετάθεση ευθυνών ή σε συνέργειες των εμπλεκόμενων φορέων, μέσα από μια διαφορετική οργάνωση της διοίκησης, με εκ των προτέρων καθορισμένα πρωτόκολλα, όπου είναι εφικτό, αλλά και με πολιτική βούληση υπέρβασης των αγκυλώσεων σε κρίσιμες και απρόβλεπτες περιστάσεις. Επομένως, ο σχεδιασμός και η απονομή των αρμοδιοτήτων στους διάφορους φορείς, καθώς και η αποτελεσματική άσκησή τους είναι ένα υπαρκτό πρόβλημα στη χώρα μας, έχει όμως πολύ περισσότερα επίπεδα στα οποία πρέπει να αναζητηθεί η λύση.

 

Το ζήτημα της στελέχωσης των υπηρεσιών όλων των επιπέδων

 

Πρώτα απ’ όλα, η συζήτηση περί αρμοδιοτήτων και ασυνεννοησίας είναι άμεσα συνδεδεμένη με το τεράστιο έλλειμμα στελέχωσης (δευτερευόντως και εξοπλισμού) των περισσότερων φορέων του Δημοσίου, τόσο της κεντρικής κυβέρνησης όσο και της Τοπικής Αυτοδιοίκησης. Μάλιστα, το έλλειμμα αυτό είναι ιδιαίτερα έντονο σε ορισμένες κατηγορίες προσωπικού – ειδικά εκεί όπου απαιτούνται ειδικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις. Η ελλιπής στελέχωση δεν αφορά ασφαλώς τον διοικητικό σχεδιασμό των αρμοδιοτήτων, όμως προφανώς δεν είναι άσχετη και με την απροθυμία – ή πολύ συχνά και την αντικειμενική αδυναμία – των φορέων να ασκήσουν αποτελεσματικά τις αρμοδιότητές τους, εξ ου και το γνωστό «μπαλάκι» εκατέρωθεν επίρριψης ευθυνών.

Το «πάγωμα» των προσλήψεων και οι ρήτρες περί μίας πρόσληψης για κάθε δέκα ή πέντε αποχωρήσεις, που έχουν ισχύσει εδώ και πάνω από μία δεκαετία πλέον, έχουν οδηγήσει σε έναν δημόσιο τομέα υποστελεχωμένο και γερασμένο (Διάγραμμα 1 και Διάγραμμα 2). Δυστυχώς μάλιστα φαίνεται ότι ούτε η εμπειρία της πανδημίας, η οποία στο μεγαλύτερο μέρος του κόσμου ενίσχυσε την πεποίθηση για τη σημασία των δημόσιων υπηρεσιών, ειδικά σε κρίσιμους τομείς (υγεία, πολιτική προστασία, μεταφορές, διαχείριση υποδομών και δικτύων), στάθηκε ικανή να αλλάξει τις προτεραιότητες της ελληνικής κυβέρνησης σε σχέση με τις προσλήψεις στο δημόσιο τομέα, οι οποίες προς το παρόν εξαντλούνται στη δημιουργία νέων αστυνομικών σωμάτων.

 

Διάγραμμα 1 : Τακτικό Προσωπικό της Δημόσιας Διοίκησης (2009-2015)

* Πηγή : Εθνική Στρατηγική για τη Διοικητική Μεταρρύθμιση 2017-2019. Δημόσιο 2020.

 

Διάγραμμα 2 : Μέσος όρος ηλικίας ανθρώπινου δυναμικού του Δημοσίου

* Πηγή : Εθνική Στρατηγική για τη Διοικητική Μεταρρύθμιση 2017-2019. Δημόσιο 2020.

 

Τέσσερις (συν μία) πηγές διοικητικής σύγχυσης

 

Σε ό,τι δε αφορά στο θέμα της σύγχυσης και της επικάλυψης των αρμοδιοτήτων καθεαυτό, έχει συχνά επισημανθεί ως αιτία η πολυνομία και η κακή και άναρχη νομοθέτηση. Ωστόσο, οι πηγές της διοικητικής σύγχυσης είναι πολύ περισσότερες – γι’ αυτό εξάλλου και το πρόβλημα δεν μπορεί να λυθεί απλώς με μία εκκαθάριση και κωδικοποίηση της νομοθεσίας. Στην παράγραφο αυτή, σταχυολογούμε τέσσερις πηγές διοικητικής σύγχυσης,  που εξηγούν σε μεγαλύτερο βάθος το πρόβλημα και πρέπει να ληφθούν υπόψη.

Η πρώτη – και ενδεχομένως η βασικότερη – πηγή διοικητικής περιπλοκότητας και σύγχυσης είναι η διαχρονική αμφιθυμία του ελληνικού κράτους ως προς την αποκέντρωση αρμοδιοτήτων (και φυσικά πόρων) προς την Τοπική Αυτοδιοίκηση. Αν και με διαδοχικές μεταρρυθμίσεις εξαγγέλλονταν και νομοθετούνταν η μεταβίβαση αρμοδιοτήτων προς τους ΟΤΑ, αυτή πάντοτε ήταν αποσπασματική, αφορούσε επιμέρους και εκτελεστικής φύσης κυρίως αρμοδιότητες και χαρακτηρίζονταν από παλινωδίες, αφού αρμοδιότητες άλλαζαν συχνά επίπεδο άσκησης, εκχωρούνταν στην Αυτοδιοίκηση για να επιστρέψουν στη συνέχεια, εν όλω ή εν μέρει, στο κράτος κ.ο.κ. Και βέβαια, κάθε δημιουργία νέου αυτοδιοικητικού θεσμού, υποτίθεται ισχυρότερου και επομένως έτοιμου να ασκήσει περισσότερες αρμοδιότητες, συνοδεύονταν και από την εισαγωγή ενός παράλληλου αποκεντρωμένου μεν, κρατικού δε θεσμού (Διάγραμμα 3).

 

Διάγραμμα 3 : Γενικό περίγραμμα της διαχρονικής εξέλιξης της βασικής διοικητικής διάρθρωσης της χώρας

 

Ο δεύτερη πηγή παθογένειας εντοπίζεται στο ίδιο το (με τη στενή έννοια) κράτος και την αποκέντρωσή του. Εκτός της δημιουργίας νέων θεσμών στο δεύτερο βαθμό Αυτοδιοίκησης (Νομαρχιακή και αργότερα Περιφερειακή Αυτοδιοίκηση) και της μεταφοράς αρμοδιοτήτων προς τους ΟΤΑ, το ίδιο το κράτος προχώρησε παράλληλα και αυτόνομα και σε μία κατά τόπο και καθ’ ύλη αποκέντρωση των υπηρεσιών του σε πολλά επίπεδα.

Πρώτα απ’ όλα, στο όνομα της αποτελεσματικότητας και της ευελιξίας, το κράτος δημιουργεί εδώ και δεκαετίες ad hoc νομικά πρόσωπα δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου, ανεξάρτητες αρχές και άλλους φορείς, εκτός της κύριας οργανωτικής δομής των Υπουργείων, που κρατούν μόνο την εποπτεία των φορέων αυτών. Με τον τρόπο αυτό προέκυψε ένα πολλαπλασιασμός των φορέων του Δημοσίου [το 2010 – οπότε και άρχισε να τηρείται – το Μητρώο Φορέων της Γενικής Κυβέρνησης περιλάμβανε 1.601 εγγραφές, ενώ στην τελευταία διαθέσιμη ενημέρωσή του (Μάρτιος 2019) περιλάμβανε 1.718 εγγραφές[3]], με όλες τις δυσκολίες που αυτό συνεπάγεται για τον συντονισμό τους.

Ταυτόχρονα, παράλληλα προς τις κρατικές Νομαρχίες (και στη συνέχεια τις κρατικές Περιφέρειες και, πλέον, τις Αποκεντρωμένες Διοικήσεις) αναπτύχθηκε ή διατηρήθηκε ένα δίκτυο αποκεντρωμένων υπηρεσιών των επιμέρους Υπουργείων. Πράγματι, αντί οι τυχόν αποκεντρωμένες υπηρεσίες των διαφόρων Υπουργείων να ενταχθούν στη δομή των κρατικών Νομαρχιών (και μετέπειτα Περιφερειών και πλέον Αποκεντρωμένων Διοικήσεων), δημιουργήθηκαν ή διατηρήθηκαν παράλληλες δομές αποκέντρωσης – ακόμα και αμιγώς διοικητικού χαρακτήρα, όπως οι Υγειονομικές Περιφέρειες (ΥΠΕ) ή οι Περιφερειακές Διευθύνσεις Εκπαίδευσης. Έτσι, η αρμοδιότητα των Αποκεντρωμένων Διοικήσεων παραμένει ατελής, αφού δεν είναι ένα «κατά τόπον κράτος», αλλά μόνο μέρος αυτού (περιλαμβάνουν λ.χ. υπηρεσίες του Υπουργείου Εσωτερικών, Περιβάλλοντος, Μετανάστευσης, όχι όμως τις κατά τόπους υπηρεσίες άλλων Υπουργείων, όπως οι ΥΠΕ, οι Περιφερειακές Διευθύνσεις Εκπαίδευσης, οι Εφορείες Αρχαιοτήτων, οι ΔΟΥ, τα Τελωνεία, τις υπηρεσίες Πρόνοιας κ.ο.κ.).

Η τρίτη πηγή διοικητικής περιπλοκότητας, γραφειοκρατίας και σύγχυσης δεν αφορά τη δημόσια διοίκηση καθεαυτή, αλλά την τάση μερικής ή πλήρους ιδιωτικοποίησης των υπηρεσιών της και το φαινόμενο της παροχής από ιδιώτες ορισμένων κοινωνικά κρίσιμων υπηρεσιών που κανονικά (θα έπρεπε να) παρέχονται από το δημόσιο. Με τον τρόπο αυτό δημιουργείται ένας ενδιάμεσος «γκρίζος» χώρος, είτε ευθέως, μέσω των ιδιωτικοποιήσεων, στις οποίες η Ελλάδα υπήρξε πρωταθλήτρια, και μάλιστα ήδη πολύ πριν την εφαρμογή των μνημονίων, είτε εμμέσως, με τη δημιουργία επιχειρήσεων του Δημοσίου που λειτουργούν με βάση τις αρχές της ιδιωτικής οικονομίας, καθώς και με τις κατά περίπτωση εξωτερικές αναθέσεις (outsourcing) μέρους των δραστηριοτήτων του Δημοσίου, με την πρόσληψη ιδιωτών εργολάβων. Χαρακτηρίζουμε δε τον χώρο αυτό ως «γκρίζο», όχι μόνο εξαιτίας του πολλαπλασιασμού των «παικτών» που συνεπάγεται σε ένα ήδη σύνθετο διοικητικά τοπίο (βλ. Διάγραμμα 4), αλλά και εξαιτίας της πολυδιάσπασης των κανόνων και των προδιαγραφών που προκαλεί, αφού οι δημόσιες και οι ιδιωτικές υπηρεσίες, ακόμα και όταν δρουν στο ίδιο πεδίο, κινούνται σε διαφορετικό πλαίσιο.

Η τέταρτη πηγή αλληλοεπικάλυψης και σύγχυσης αρμοδιοτήτων είναι οι ασυνέπειες στη χωρική διάρθρωση της Τοπικής Αυτοδιοίκησης, σε τρία επίπεδα:

  • Οι διαδοχικές συνενώσεις των ΟΤΑ τόσο του πρώτου βαθμού (Προγράμματα «Καποδίστριας» και «Καλλικράτης»), όσο και του δεύτερου (με τη δημιουργία των αιρετών Περιφερειών) είχαν ως αποτέλεσμα τη γεωγραφική απομάκρυνση της Τοπικής Αυτοδιοίκησης από τους πολίτες – σε πολλούς Δήμους, ειδικά της περιφέρειας, η έδρα του Δήμου απέχει δεκάδες χιλιόμετρα από αρκετούς οικισμούς του, στοιχείο που δυσχεραίνει σημαντικά την ομαλή, αποτελεσματική και γρήγορη ανταπόκριση των δημοτικών υπηρεσιών, ειδικά σε έκτακτες συνθήκες.
  • Σε αντιστάθμισμα του προβλήματος αυτού, σε κάθε «κύμα» συνένωσης διατηρούνταν στο εσωτερικό των νέων ΟΤΑ οι προηγούμενες διοικητικές/γεωγραφικές υποδιαιρέσεις, διαμορφώνοντας εσωτερικά επάλληλα διοικητικά επίπεδα (Διάγραμμα 5). Οι Κοινότητες και οι Δήμοι που καταργήθηκαν, παραμένουν ως Τοπικές/Δημοτικές Κοινότητες και ως Δημοτικές Ενότητες, χωρικές και διοικητικές υποδιαιρέσεις στο εσωτερικό των νέων μεγάλων Δήμων. Αντίστοιχα, οι Νομοί, που καταργήθηκαν ως αυτοδιοικητική βαθμίδα, παραμένουν ως εσωτερική διαίρεση των Περιφερειών (Περιφερειακές Ενότητες), ενώ και εκτός αυτοδιοίκησης παραμένουν το κέντρο της πολιτικής και διοικητικής οργάνωσης : Είναι η γεωγραφική βάση εκλογής των βουλευτών, αλλά και της οργάνωσης πολλών αποκεντρωμένων υπηρεσιών των Υπουργείων.

 

 

Διάγραμμα 4 : Σχηματική αναπαράσταση των διαφόρων φορέων που δρουν στα διάφορα επίπεδα της παροχής υπηρεσιών προς τους πολίτες

Υπόμνημα

 

Α: Εθνικό επίπεδο – Φορείς με αρμοδιότητα σε όλη την Επικράτεια Κρατικοί φορείς (Υπουργεία και αποκεντρωμένες/περιφερειακές υπηρεσίες τους, νπδδ και νπιδ που ανήκουν στο Δημόσιο κ.λπ.)

 

Β: Μεγάλες διοικητικές υποδιαιρέσεις – Φορείς με αρμοδιότητα σε γεωγραφικές περιοχές ευρύτερες της Περιφέρειας

 

 Φορείς της Περιφερειακής Αυτοδιοίκησης (Περιφέρειες και τα νομικά πρόσωπα και οι επιχειρήσεις αυτών)

 

Γ: Επίπεδο Περιφέρειας – Φορείς με αρμοδιότητα που ταυτίζεται με τα χωρικά όρια μιας περιφέρειας

 

Φορείς της πρωτοβάθμιας Τοπικής Αυτοδιοίκησης (Δήμοι και τα νομικά πρόσωπα και οι επιχειρήσεις αυτών)

 

Δ: Επίπεδο Δήμου – Φορείς με αρμοδιότητα που ταυτίζεται με τα χωρικά όρια ενός δήμου Διάφορα sui generis νομικά πρόσωπα (κοινωφελή κ.λπ.)

 

Ιδιωτικός τομέας (επιχειρήσεις είτε με αυτόνομη δράση είτε ως ανάδοχοι/ εργολάβοι του δημοσίου σε διάφορα επίπεδα)

 

 

 

[1] Διαθέσιμο εδώ: https://government.gov.gr/schedio-anaptixis-gia-tin-elliniki-ikonomia/ (προ-σπελάστηκε 19/2/2021)

[2] Το θέμα αυτό θα μας απασχολήσει εκτενέστερα στο δεύτερο μέρος της ανάλυσης.

[3] Πηγή : Ελληνική Στατιστική Αρχή (https://www.statistics.gr/register-general-government-entities – Προσπελάστηκε : 19/2/2021). Πρέπει να σημειωθεί ότι οι αυξομοιώσεις των εγγραφών στο Μητρώο δεν απηχούν πάντοτε πραγματική κατάργηση ή δημιουργία φορέων, αλλά σχετίζονται και με τον τρόπο καταγραφής.

 

 

Institute Nikos Poylantzas

Link

Δανάη Κολτσίδα_ΤΑ_Μέρος πρώτο