Γιώργος Τσουράκης / Εξορύξεις υδρογονανθράκων: Διαστάσεις ενεργειακής πολιτικής στην εποχή της κλιματικής αλλαγής

Posted on 26 Ιουνίου, 2020, 4:19 μμ
46 secs

Το άρθρο Εξορύξεις υδρογονανθράκων: Διαστάσεις ενεργειακής πολιτικής στην εποχή της κλιματικής αλλαγής του Γιώργου Τσουράκη, μηχανολόγου μηχανικού και διδάκτορα του ΕΜΠ, ο οποίος έχει διατελέσει σύμβουλος του ΥΠΕΝ σε θέματα ενεργειακού σχεδιασμού κατά την περίοδο 2017-2019, δημοσιεύει το Ινστιτούτο Νίκος Πουλαντζάς, στο πλαίσιο της σειράς Περιβάλλον – Κλιματική κρίση – Οικολογία.

Ο Γ. Τσουράκης στο άρθρο του υποστηρίζει πως – παρά τη στήριξη και τη δημοσιότητα που προσέφεραν στην αμφισβήτηση της ανθρωπογενούς κλιματικής αλλαγής γεγονότα όπως η εκλογή των Τραμπ και Μπολσονάρου – η πορεία προς την ενεργειακή μετάβαση σε ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, όπως δείχνουν τα στοιχεία, είναι γεγονός. Μολονότι την περίοδο της οικονομικής κρίσης το κεφάλαιο στην προσπάθειά του να προστατεύσει την κερδοφορία του δεν υποτίμησε μόνο την εργασία αλλά και το περιβάλλον, οπισθοχωρώντας και πάλι προς την «μαύρη» ανάπτυξη, ο ενεργειακός μετασχηματισμός εξακολουθεί να είναι η σταθερή επιλογή της ΕΕ. Το γεγονός αυτό κατ’ ελάχιστον εγείρει ποικίλους προβληματισμούς για τη στρατηγική πρόσδεση της χώρας σε επενδυτικά σχέδια εξορύξεων.

Βέβαια, όπως διευκρινίζει ο συγγραφέας, οι κοινωνικές συνέπειες του ενεργειακού μετασχηματισμού δεν είναι ανεξάρτητες από τον πολιτικό συσχετισμό – γεγονός που αποδεικνύεται από την ανισοκατανομή του βάρους της έως τώρα μετάβασης στα λαϊκά στρώματα. Ενώ ταυτόχρονα, σημαντικός είναι και ο κίνδυνος από την πρόσδεση των ενεργειακών επιλογών σε γεωπολιτικούς ανταγωνισμούς, καθώς όπως χαρακτηριστικά αναφέρει, “αντίθετα με αυτό που εμφανίζεται συστηματικά από πολλά ΜΜΕ, δεν είναι η γεωπολιτική που επιστρατεύεται για να υπερασπιστεί τον ορυκτό πλούτο της κάθε χώρας, αλλά ο ορυκτός πλούτος (πραγματικός ή φανταστικός) που επιστρατεύεται στους γεωπολιτικούς ανταγωνισμούς“. Πρόκειται για ζητήματα, που όπως καθίσταται σαφές στο άρθρο, θα πρέπει να λαμβάνουν μια ξεκάθαρη απάντηση στο πλαίσιο ενός προοδευτικού σχεδίου ενεργειακής μετάβασης σε ανανεώσιμες πηγές ενέργειας.


 

Tριάντα χρόνια μετά την πρώτη έκθεση της Διακυβερνητικής Επιτροπής για την Αλλαγή του Κλίματος[1] και με τα φαινόμενα που σχετίζονται με την κλιματική αλλαγή να πληθαίνουν, η αμφισβήτηση του ανθρωπογενούς χαρακτήρα της κλιματικής αλλαγής επιμένει. Το ευρύτερο κίνημα ενάντια στη συλλογική ανθρώπινη ευφυΐα που ονομάζεται επιστήμη δεν είναι ανεξάρτητο ως φαινόμενο από το ισχυρό ρεύμα αντι-διαφωτιστικής ακροδεξίας, που έχει εκδηλωθεί στο κεντρικό πολιτικό επίπεδο με φαινόμενα όπως η εκλογή Τραμπ στις ΗΠΑ και Μπολσονάρου στη Βραζιλία. Υπάρχει βέβαια και η βιομηχανία ορυκτών καυσίμων που κάνει συστηματική δουλειά προπαγάνδας και επηρεασμού (lobbying) με διάδοση πολλών ψευδών πληροφοριών, ακολουθώντας το παλαιότερο επιτυχημένο παράδειγμα της καπνοβιομηχανίας, η οποία κατάφερε να καθυστερήσει για δεκαετίες τη διάχυση της επιστημονικής γνώσης για τις βλαβερές επιπτώσεις του καπνίσματος.

Παρόλα αυτά, τα τελευταία χρόνια έχουν επιτευχθεί στόχοι, που όταν ορίζονταν έμοιαζαν ασκήσεις επί χάρτου, όπως οι στόχοι «20-20-20» που ορίστηκαν το 2008 από την Ευρωπαϊκή Ένωση για το έτος 2020: 20% μείωση των εκπομπών αερίων θερμοκηπίου σε σχέση με τα επίπεδα του 1990, βελτίωση της ενεργειακής αποδοτικότητας κατά 20% και συμμετοχή των Ανανεώσιμων κατά 20% στη συνολική κατανάλωση ενέργειας. Για παράδειγμα, στο Σχήμα. 1 φαίνεται η ιστορική πορεία του μεριδίου των Ανανεώσιμων στο σύνολο της ενέργειας και στον ηλεκτρισμό για την Ε.Ε. και για την Ελλάδα με βάση τα στοιχεία της Eurostat. Η Ε.Ε. είναι κοντά στο στόχο του 20% για το έτος 2020, ενώ η Ελλάδα έχει φτάσει ήδη τον υποχρεωτικό της στόχο για το έτος 2020 (18%).

Σχήμα 1: Μερίδιο ΑΠΕ στο σύνολο της ενέργειας και στον ηλεκτρισμό σε ΕΕ και Ελλάδα, πηγή https://ec.europa.eu/eurostat/web/energy/data/shares.

Δυστυχώς, στο πλαίσιο της νεοφιλελεύθερης ηγεμονίας, την επιτυχία αυτή πλήρωσαν δυσανάλογα τα λαϊκά στρώματα, π.χ. με μετακύλιση υπερβολικών επιδοτήσεων κυρίως για τα φωτοβολταϊκά –έστω για κάποιο διάστημα– και με πανευρωπαϊκή διάκριση της χώρας στην ενεργειακή φτώχεια. Αυτό όμως δεν ήταν μονόδρομος, όπως δεν υπήρξαν μονοσήμαντες απαντήσεις στο αίτημα του εξηλεκτρισμού των κοινωνιών σε προηγούμενες δεκαετίες και δεν υπάρχουν μονοσήμαντες απαντήσεις για το πώς να υλοποιηθεί ο περαιτέρω και ριζικότερος ενεργειακός μετασχηματισμός που απαιτείται στη νέα δεκαετία (π.χ. 32% διακηρυγμένος ευρωπαϊκός στόχος για τις ΑΠΕ το 2030).

Σε αυτό το πλαίσιο, στο τέλος του έτους 2018 η Ευρωπαϊκή Ένωση δημοσίευσε μία εκτενή μελέτη για το πώς οραματίζεται τη μετάβαση σε μία κλιματικά ουδέτερη οικονομία έως το 2050, δηλαδή με μηδενικό ισοζύγιο εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου (“net-zero emissions”). Βασικοί άξονες είναι εύλογα η κλιμάκωση της στροφής στις Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας (ΑΠΕ) και η Εξοικονόμηση Ενέργειας (ΕΞΕ). Η πρωτογενής κατανάλωση ενέργειας προβλέπεται να μειωθεί έως 50% σε επίπεδο ΕΕ, ενώ το μερίδιο των Ανανεώσιμων στην ακαθάριστη εγχώρια κατανάλωση ξεπερνά το 50% σε όλα τα σενάρια. Ειδικά στον τομέα του ηλεκτρισμού, οι Ανανεώσιμες προβλέπεται να φτάσουν το 81% με 85% της ακαθάριστης παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας (συγκριτικά με 57% το 2030). Μεταξύ των Ανανεώσιμων, η αιολική ενέργεια είναι η κυρίαρχη τεχνολογία σε όλα τα σενάρια αντιστοιχώντας το 2050 σε 51%-56% της ηλεκτροπαραγωγής (συγκριτικά με 26% το 2030 και 11% το 2018).

Σε όλα τα σενάρια απανθρακοποίησης της Ευρωπαϊκής οικονομίας, στο έτος 2050 οι εισαγωγές πετρελαίου προβλέπεται να έχουν μειωθεί κατά 50% έως 65% σε σχέση με το έτος 2015, ενώ οι εισαγωγές Φυσικού Αερίου μειώνονται κατά 51% έως 81%. Επίσης, όπως φαίνεται στο Σχήμα 2, σε όλα τα σενάρια, το πετρέλαιο που καταναλώνεται το 2050 είναι εισαγόμενο κατά 100% περίπου, ενώ το Φυσικό Αέριο είναι εισαγόμενο κατά 80% περίπου.

Figure 2: Εξάρτηση Ευρωπαϊκής Ένωσης από εισαγωγές ενέργειας, πηγή A Clean Planet for all, An European strategic long-term vision for a prosperous, modern, competitive and climate neutral economy, Νοέμβριος 2018.

 

Επομένως, η μείωση της συνολικής ενεργειακής εξάρτησης της ΕΕ (που αποτελεί και σημαντικό στόχο της ευρωπαϊκής ενεργειακής πολιτικής) από 55% το 2015 σε ποσοστά από 38% έως 20%, δεν επιτυγχάνεται στα διάφορα σενάρια με αύξηση της ενδογενούς παραγωγής ορυκτών καυσίμων. Αντίθετα, εμφανίζεται μείωση της τελευταίας.

Σε αυτό το πλαίσιο, ο ρόλος των ορυκτών καυσίμων είναι πλέον η υποστήριξη της ενεργειακής μετάβασης, όπως φανερώνει ο διαδεδομένος όρος «μεταβατικό καύσιμο» για το φυσικό αέριο. Είναι χαρακτηριστικό ότι η Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων ανακοίνωσε ότι σταματά τη χρηματοδότηση έργων για ορυκτά καύσιμα, έστω και αν η απόφαση αυτή θα υλοποιηθεί ένα χρόνο αργότερα από την αρχική πρόταση (στο τέλος του 2021) ως αποτέλεσμα πίεσης κρατών-μελών της Ε.Ε. Σε αυτό το πλαίσιο που αμφισβητείται ήδη η σκοπιμότητα σε επενδύσεις ακόμα και νέων μονάδων ηλεκτροπαραγωγής με καύσιμο φυσικό αέριο, η συζήτηση για εξορύξεις υδρογονανθράκων στην Ελλάδα φαίνεται παράταιρη.

Σύμφωνα με τον Διεθνή Οργανισμό Ενέργειας (International Energy Agency), η εγχώρια παραγωγή από τα 6 νέα μπλοκ που έχουν παραχωρηθεί για έρευνα στην Ελλάδα δεν προβλέπεται να συμβάλει σημαντικά στη μείωση της ενεργειακής εξάρτησης[2]. Το μόνο όφελος ουσιαστικά που αναφέρει ο ΔΟΕ είναι ότι με τις παραχωρήσεις αυξάνεται… η εμπιστοσύνη των επενδυτών. Φαίνεται ότι μέσα στην κρίση, η αυθόρμητη τάση του κεφαλαίου για ευθεία «επίθεση στις δυνάμεις της εργασίας για την αναδιανομή του καθαρού προϊόντος υπέρ των κερδών μέσα από τη μείωση των μισθών»[3], συνοδεύτηκε και από αντίστοιχη ευθεία επίθεση στο περιβάλλον, ένα αντανακλαστικό επιστροφής στη «μαύρη» αντί της «πράσινης» ανάπτυξης αντίστοιχα με την τάση απόσπασης απόλυτης αντί σχετικής υπεραξίας.

Επίσης, από την πρόσφατη εμπειρία από τη δημόσια συζήτηση και τη διεθνή διπλωματία για τις εξορύξεις στην Κύπρο και την Ελλάδα, φαίνεται ότι, αντίθετα με αυτό που εμφανίζεται συστηματικά από πολλά ΜΜΕ, δεν είναι η γεωπολιτική που επιστρατεύεται για να υπερασπιστεί τον ορυκτό πλούτο της κάθε χώρας, αλλά ο ορυκτός πλούτος (πραγματικός ή φανταστικός) που επιστρατεύεται στους γεωπολιτικούς ανταγωνισμούς.

Κοιτώντας σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες της Μεσογείου, όμως, φαίνεται ισχυρή και η τάση απομάκρυνσης από τις εξορύξεις. Η Γαλλία έχει εγκαταλείψει από το 2016 τις έρευνες και εξορύξεις υδρογονανθράκων στο έδαφος, την υφαλοκρηπίδα και την ΑΟΖ της ηπειρωτικής χώρας και των υπεράκτιων γαλλικών κτήσεων και επαρχιών[4]. Η Ιταλία –με μεγάλη ιστορία στην άντληση πετρελαίου και φυσικού αερίου– έχει «παγώσει» όλες τις άδειες μέχρις ότου καταρτιστεί χωροταξικό σχέδιο το οποίο θα καθορίσει αν υπάρχουν στη χώρα περιοχές κατάλληλες για εξορύξεις και ποιες είναι αυτές. Παράλληλα, η Κροατία το 2016 αποφάσισε να εγκαταλείψει τις εξορύξεις στη θάλασσα. Τέλος, η κυβέρνηση Σοσιαλιστών και Podemos στην Ισπανία προωθεί κλιματικό νόμο που προβλέπει πλήρη απαγόρευση των εξορύξεων.

Η διεθνής συλλογική προσπάθεια έγκαιρης μείωσης των εκπομπών αερίου του θερμοκηπίου αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της προοδευτικής απάντησης στην ανθρωπογενή κλιματική αλλαγή. Η προσπάθεια αυτή άλλωστε απειλείται από τις συντηρητικές πολιτικές δυνάμεις, οι οποίες όταν δεν αμφισβητούν ευθέως ακόμα και την ύπαρξη της κλιματικής αλλαγής ή τον ανθρωπογενή χαρακτήρα της, συνήθως υποστηρίζουν τους όποιους στόχους μείωσης των εκπομπών αερίου θερμοκηπίου είτε απλά ως μοχλό οικονομικής μεγέθυνσης είτε ως επιθυμητούς μεν, πλην όμως υποκείμενους στους περιορισμούς της κερδοφορίας του κεφαλαίου. Επίσης μία συντηρητική οπτική βάζει σε πρώτη προτεραιότητα την «ανθεκτικότητα» των υποδομών αντί του ενεργειακού μετασχηματισμού, ώστε να αντέξουν (κάποιοι) στις φυσικές καταστροφές καθώς αυτές θα πολλαπλασιάζονται: Όσο και αν έχει αποδειχτεί ότι είναι ανθρωπογενής, η κλιματική αλλαγή (θα μπορούσε να) είναι ουσιαστικά μοιραία (θεόσταλτη) και άρα δε μπορούμε στην πραγματικότητα παρά να προσπαθήσουμε να προσαρμοστούμε σε αυτή.

Επισήμως, σχεδιασμοί της χώρας όπως το Εθνικό Σχέδιο και η Μακροχρόνια Στρατηγική για την Ενέργεια και το Κλίμα, διατηρούν μία κεντρική επιλογή στροφής στις Ανανεώσιμες Πηγές και την Εξοικονόμηση Ενέργειας. Εναρμονισμένοι με τις αντίστοιχες κεντρικές πολιτικές επιλογές σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης, ακολουθούν αλλά και συνδιαμορφώνουν διεθνείς τάσεις, υπό την πίεση και του διεθνούς περιβαλλοντικού κινήματος. Επιπλέον, η πανδημία του COVID-19 φαίνεται ότι έχει επιταχύνει δυσμενείς εξελίξεις για την εξορυκτική βιομηχανία[5]. Όμως οι πολιτικές επιλογές υπόκεινται διαρκώς στους πολιτικούς συσχετισμούς και οι διατάξεις του πρόσφατου περιβαλλοντικού νομοσχεδίου προωθούν εντελώς διαφορετικές επιλογές.

 

[1] Η Διακυβερνητική Επιτροπή για την Αλλαγή του Κλίματος (Intergovernmental Panel on Climate Change – IPCC) είναι επιστημονική διακυβερνητική επιτροπή υπό την αιγίδα του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών. Ιδρύθηκε το 1988 από τον Παγκόσμιο Μετεωρολογικό Οργανισμό και το Πρόγραμμα Περιβάλλοντος των Ηνωμένων Εθνών. Το 1990 δημοσίευσε την πρώτη της έκθεση.

[2] Energy Policies of IEA Countries, Greece 2017 Review, IEA, 2017.

[3] Γ. Μηλιός, Δεν εντάσσεται στα συμφέροντα των εργαζομένων η έξοδος του ελληνικού καπιταλισμού από το ευρώ. http://users.ntua.gr/jmilios/Metarrythmismos.pdf.

[4] Οι… υπεράνω των εξορύξεων στη Μεσόγειο, Καθημερινή, 11.02.2020, https://www.kathimerini.gr/1064051/article/epikairothta/kosmos/oi-yperanw-twn-e3ory3ewn-sth-mesogeio?fbclid=IwAR3QPTxNUGvSpJna5YVLFDvg3wzB4VckI91lvKvzJ3gSuPdDmeDBGfVffLw.

[5] Στα 25 τρισ. δολάρια θα φθάσουν οι ζημίες της βιομηχανίας εξόρυξης, Καθημερινή, 05.06.2020.

...