Οταν η Ν.Δ. κλιμακώνει τη νεοφιλελεύθερη επίθεσή της στα κοινωνικά δικαιώματα, δεν αρκεί ως απάντηση ο καταγγελτικός λόγος των δυνάμεων της εργασίας και του σοσιαλισμού. Αντίθετα, απαιτείται η κατάθεση προτάσεων προγραμματικού χαρακτήρα που θα στοχεύουν όχι μόνο στην επαναφορά των κατακτήσεων του παρελθόντος, αλλά θα ανοίγουν τον δρόμο σε βαθιές διαρθρωτικές αλλαγές στην κατεύθυνση της ολόπλευρης εξυπηρέτησης των κοινωνικών αναγκών.

Από αυτήν την επίθεση δεν ήταν δυνατόν να ξεφύγει η εκπαίδευση. Αφού, από την αρχή της θητείας της, η κ. Κεραμέως επετέθη ποικιλότροπα στην εκπαιδευτική κοινότητα, πρόσφατα επέλεξε να στοχοποιήσει την επαγγελματική εκπαίδευση και να επιχειρήσει την κατεδάφισή της. Πρόκειται για ένα πεδίο στο οποίο η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ κατάφερε με το πρόγραμμα «Μια νέα αρχή στα ΕΠΑΛ» να δημιουργήσει ένα ανθρώπινο και αισιόδοξο –ως προς τις προοπτικές και την πολλαπλότητα των επιλογών του– πλαίσιο επαγγελματικής εκπαίδευσης για τα παιδιά που το ακολουθούν και τους εκπαιδευτικούς που το υπηρετούν.

Σήμερα αρκεί η υπεράσπιση αυτής της κατάκτησης; Η γνώμη μου είναι πως όχι. Η εκπαιδευτική κοινότητα πρέπει να επαναφέρει στην επικαιρότητα ως θεμελιακό στόχο της τον έναν και μοναδικό τύπο Λυκείου, αυτόν της θεωρίας και πράξης.

Ο άνθρωπος έγινε άνθρωπος χρησιμοποιώντας εργαλεία. Ανθρωπος και εργαλείο γεννήθηκαν ταυτόχρονα και είναι άρρηκτα συνδεδεμένα ο ένας με το άλλο. Ενας, σχετικά ανώτερα, ανεπτυγμένος ζων οργανισμός έγινε άνθρωπος εργαζόμενος με φυσικά αντικείμενα. Με αυτήν τη χρήση τους τα αντικείμενα έγιναν εργαλεία. Ο Μαρξ στο «Κεφάλαιο», σημείωσε σχετικά: «Η χρήση και η κατασκευή εργαλείων εργασίας […] χαρακτηρίζει ιδιαζόντως τη διαδικασία της ανθρώπινης εργασίας και γι’ αυτόν το λόγο ο Βενιαμίν Φραγκλίνος όρισε τον άνθρωπο ως ένα tool making animal».

Το προ-ανθρώπινο ον, που εξελίχθηκε σε άνθρωπο, κατάφερε να εξελιχθεί με αυτό τον τρόπο γιατί διέθετε ένα ειδικό όργανο, το χέρι. Το χέρι είναι το ουσιώδες όργανο του πολιτισμού, ο θεμέλιος λίθος του εξανθρωπισμού μας. Το χέρι απελευθέρωσε το μυαλό του ανθρώπου και παρήγαγε την ανθρώπινη συνείδηση.

Οι άνθρωποι δεν άρχισαν να κατασκευάζουν και να χρησιμοποιούν εργαλεία ορμώμενοι από κάποιο έμφυτο ένστικτο. Αυτά τα έμαθαν με τη δοκιμή και την πλάνη. Με τη χρήση εργαλείων τίποτα δεν είναι πια αδύνατον. Δεν έχουμε παρά να βρούμε το κατάλληλο εργαλείο για να πετύχουμε αυτό που στο παρελθόν ήταν ανέφικτο.

Το ραβδί δεν είναι πλέον μόνο ένα κομμάτι ξύλο. Εχει προστεθεί μια λειτουργία, η οποία τώρα γίνεται το ουσιαστικό του περιεχόμενο. Ο αυθόρμητος πειραματισμός –η «σκέψη με τα χέρια», που προηγείται κάθε σκέψης καθ’ εαυτήν– αρχίζει να μετατρέπεται σε σκόπιμη σκέψη. Κάθε σκέψη πια δεν είναι τίποτα άλλο από μια συντομευμένη μορφή πειραματισμού, που έχει μεταφερθεί από τα χέρια στον εγκέφαλο. Τα αμέτρητα πειράματα που προηγήθηκαν έπαψαν να είναι μνήμη, έγιναν πείρα.

Οραματιζόμαστε, λοιπόν, μια εκπαίδευση που συμβάλλει στην άμβλυνση των στερεοτύπων, συνδέοντας τη διανοητική με τη χειρωνακτική εργασία, που παρέχει πολύπλευρη γενική μόρφωση –αναγκαία για μια επιτυχή παρακολούθηση οποιασδήποτε περαιτέρω εξειδίκευσης– και η οποία συμβάλλει στην άμβλυνση των κοινωνικών επιπτώσεων εξαιτίας μορφωτικών ανισοτήτων.

Οταν, επομένως, δεν συνυπάρχουν η θεωρητική αναζήτηση με την πρακτική εφαρμογή στην εκπαιδευτική διαδικασία, μπορούμε να αντιληφθούμε πόσες αναπτυξιακές δυνατότητες στερούμε από τους μαθητές και τις μαθήτριες του ελληνικού εκπαιδευτικού συστήματος;

Η κατάθεση συγκεκριμένων προτάσεων υλοποίησης της παραπάνω κατεύθυνσης δεν είναι δυνατόν να εναπόκειται στο μακρινό μέλλον. Μπορούμε από σήμερα, εκμεταλλευόμενοι κατ’ αρχάς τις υπάρχουσες εκπαιδευτικές δομές, να προχωρήσουμε στον μεταβατικό σχεδιασμό ενός και μοναδικού τύπου απολυτηρίου Λυκείου, με διασφάλιση ενός υψηλού επιπέδου γενικής παιδείας αλλά και ταυτόχρονη εμπλοκή όλων των παιδιών στην πρακτική εφαρμογή.

Το νέο Λύκειο που θα προκύψει, έπειτα από έναν τέτοιο σχεδιασμό, δεν θα πρέπει να είναι προϊόν «συγκόλλησης» των υπαρχόντων τύπων Λυκείων. Αυτές οι αλλαγές επιβάλλεται να συμβαδίσουν με αλλαγές στα προγράμματα σπουδών του Γυμνασίου και του Δημοτικού καθώς και με ταυτόχρονη ένταξη σε αυτά εργαστηριακών δραστηριοτήτων ανάλογων του επιπέδου της κάθε βαθμίδας στο πλαίσιο μιας δεκατετράχρονης υποχρεωτικής εκπαίδευσης.

Η αύξηση των κρατικών δαπανών για την εκπαίδευση είναι προφανώς το προαπαιτούμενο μιας τέτοιας μεταρρύθμισης. Με ορατή τη σύμπτωση μεγάλου μέρους της εκπαιδευτικής Αριστεράς στον στόχο για ένα σχολείο όπου όλο το πρόγραμμά του θα διαπνέεται από τον συνδυασμό θεωρίας και πράξης, ώστε να επιτυγχάνεται η ισόρροπη ανάπτυξη όλων των πλευρών του ανθρώπινου ψυχισμού, είναι αδήριτη ανάγκη η κοινή τους δράση αλλά και η κατάθεση των εξειδικευμένων προτάσεών τους στην κατεύθυνση της αναγκαίας αυτής αλλαγής.

* εκπαιδευτικός, συγγραφέας και μέλος της Κεντρικής Επιτροπής του ΣΥΡΙΖΑ

ΕΦΣΥΝ