Από τις 17 χώρες που αύξησαν τον κατώτατο μισθό το 2021, οι 14 τον είχαν αυξήσει και το 2020 σε σχέση με το 2019.

Η θεσμική διαδικασία προσδιορισμού, το ύψος και η μεταβολή του κατώτατου μισθού θα έπρεπε να αποτελούν αντικείμενο μιας ουσιαστικής δημόσιας συζήτησης, καθώς αποτυπώνουν αφενός το βάθος του κοινωνικού διαλόγου και της δημοκρατίας, και αφετέρου την έκταση της προστασίας των αδύναμων κοινωνικών ομάδων. Στην περίπτωση της Ελλάδας αυτό δεν συμβαίνει. Στη χώρα μας ο κατώτατος μισθός λειτουργεί ως ένα δημόσιο πεδίο πάνω στο οποίο εκδηλώνονται παρασιτικές επιχειρηματικές πρακτικές και, κυρίως, πολλές θεωρητικές και ιδεολογικές μεροληψίες. Οι τελευταίες δυστυχώς κυριαρχούν σχεδόν σε απόλυτο βαθμό στον δημόσιο διάλογο διαμορφώνοντας λανθασμένες αντιλήψεις, απόψεις και θέσεις για τον κατώτατο μισθό ως θεσμό, καθώς επίσης και για τον ρόλο του στην οικονομία και την κοινωνία.

Ποια είναι η θεσμική σημασία του κατώτατου μισθού στις οικονομίες της αγοράς; Εναλλακτικά, γιατί δημιουργήθηκε αυτός ο θεσμός που αποτελεί έναν από τους βασικούς πυλώνες προσδιορισμού της συνοχής της αγοράς εργασίας; Ο επιθετικός προσδιορισμός «κατώτατος» αποκαλύπτει τη σημασία και τον ρόλο του, αλλά, επίσης, και τις ουσιαστικές διαφορές του από τους πολλούς άλλους μισθούς που συνθέτουν την κλίμακα των αμοιβών σε μια οικονομία. Ωστόσο, στον δημόσιο διάλογο στην Ελλάδα οι διαφορές αυτές παραβλέπονται, με συνέπεια να δημιουργούνται σκόπιμες συγχύσεις. Έτσι, ενώ γίνεται αναφορά στον κατώτατο μισθό, αυτός προσεγγίζεται με τους ίδιους όρους με τον όποιο άλλο μισθό. Η ταύτιση αυτή οδηγεί σε ένα πολύ συγκεκριμένο αποτέλεσμα. Αποκρύπτεται ο θεσμικός ρόλος του και, επίσης, οι προσδιοριστικοί του παράγοντες ταυτίζονται με εκείνους των υπόλοιπων μισθών, με αναφορές στην παραγωγικότητα, στις τιμές, στη βιωσιμότητα των επιχειρήσεων κ.λπ. Αν οι προσδιοριστικοί παράγοντες είναι ίδιοι για όλη την κλίμακα των μισθών, τότε γιατί υπάρχει και σε τι διαφέρει ο κατώτατος μισθός;

Η σημασία της ύπαρξης του κατώτατου μισθού είναι ο διαφορετικός προσδιορισμός του σε σχέση με τους άλλους μισθούς στην οικονομία. Αυτό που δεν αναφέρεται στον δημόσιο διάλογο είναι ότι ο πρωταρχικός στόχος του θεσμού του κατώτατου μισθού είναι η προστασία των εργαζομένων από μια χαμηλή αμοιβή που δεν διασφαλίζει ένα αξιοπρεπές επίπεδο διαβίωσης για τους ίδιους και τις οικογένειές τους. Αυτός είναι ο λόγος που δημιουργήθηκε αυτός ο θεσμός· για να βάλει ένα κατώτατο όριο στο επίπεδο διαβίωσης των εργαζομένων ή, για να το θέσω με όρους αγοράς, για να βάλει ένα κατώτατο όριο στο εργατικό κόστος στο οποίο πρέπει οι επιχειρήσεις να προσαρμόσουν τη λειτουργία τους. Με άλλα λόγια, η θεσμικά ρυθμισμένη αγορά είναι αυτή που πρέπει να προσαρμοστεί στον κατώτατο μισθό και όχι ο κατώτατος μισθός στην ελεύθερη αγορά. Οι επιχειρήσεις μπορεί να θέλουν και να επιδιώκουν το χαμηλότερο δυνατό κόστος, αλλά ο θεσμός του κατώτατου μισθού ορίζει αυτό που είναι κοινωνικά αποδεκτό στις δημοκρατίες και προστατεύει ένα τμήμα της κοινωνίας από τη φτωχοποίηση.

Το γεγονός ότι ο κατώτατος μισθός περιορίζει την ελευθερία αυτορρύθμισης της αγοράς σε όφελος της κοινωνίας είναι η αιτία για την οποία ο θεσμός αυτός δεν γίνεται αποδεκτός από ένα μεγάλο μέρος του επιχειρηματικού κόσμου και, κυρίως, από την ιδεολογία του οικονομικού φιλελευθερισμού και τους θιασώτες της. Δηλαδή δεν γίνεται αποδεκτό και δεν αναγνωρίζεται ότι ο κατώτατος μισθός σημαίνει πολλά περισσότερα πράγματα από το να είναι ένα ακόμη μέσο ελαχιστοποίησης του επιχειρηματικού κόστους. Ο κατώτατος μισθός προσδιορίζει το βιοτικό επίπεδο εκατοντάδων χιλιάδων εργαζομένων και των οικογενειών τους. Είναι ο καθρέφτης της κοινωνικής δικαιοσύνης. Είναι ένας προωθητικός μηχανισμός της οικονομικής ανάπτυξης με παράλληλη μείωση των ανισοτήτων, ειδικά σε οικονομίες όπου ο μηχανισμός των επιχειρηματικών επενδύσεων διαχρονικά υπολειτουργεί, όπως στην περίπτωση της ελληνικής οικονομίας.

Αλλά εάν ο πρωταρχικός στόχος της θεσμοθέτησης του κατώτατου μισθού είναι η διασφάλιση ενός αξιοπρεπούς επιπέδου διαβίωσης, τότε ο προσδιορισμός του ταυτίζεται με τον προσδιορισμό του αξιοπρεπούς επιπέδου διαβίωσης, δεδομένων των οικονομικών και των κοινωνικών συνθηκών της καθεμίας χώρας και των αντιλήψεών της για την κοινωνική δικαιοσύνη. Η παραβίαση αυτής της αρχής προσδιορισμού σημαίνει αποδυνάμωση και υπονόμευση του ίδιου του θεσμού του κατώτατου μισθού, δηλαδή, με άλλα λόγια, σημαίνει την παράδοση της εργασίας στις επιθυμίες της αγοράς. Στο πλαίσιο αυτό, για να ήταν ο δημόσιος διάλογος που γίνεται στη χώρα μας ουσιαστικός και συνεπής με τον θεσμό του κατώτατου μισθού και τον ρόλο του στην οικονομική και κοινωνική πρόοδο θα έπρεπε να επικεντρωθεί στην απάντηση του εξής ερωτήματος: Είναι ο σημερινός κατώτατος μισθός στην Ελλάδα μισθός αξιοπρεπούς διαβίωσης για τον εργαζόμενο και την οικογένειά του;

Για να απαντήσουμε σε αυτό το ερώτημα πρέπει να γνωρίζουμε το ύψος του μισθού αξιοπρεπούς διαβίωσης. Σύμφωνα με ένα αξιόλογο κομμάτι της διεθνούς βιβλιογραφίας, αλλά και της Διεθνούς Οργάνωσης Εργασίας και, τελευταία, της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, ένας δείκτης εκτίμησης του κατώτατου μισθού αξιοπρεπούς διαβίωσης είναι ο δείκτης Kaitz, και ειδικότερα το 60% του ακαθάριστου διάμεσου μισθού πλήρους απασχόλησης. Για την περίπτωση της Ελλάδας, βάσει των στοιχείων της Eurostat, το 60% του διάμεσου μισθού είναι 783 ευρώ, ενώ βάσει των στοιχείων του ΟΟΣΑ είναι 809 ευρώ. Ο σημερινός κατώτατος μισθός στην Ελλάδα είναι κάτω από το 50% του δείκτη Kaitz, ένδειξη που δείχνει ότι είναι κάτω από το όριο της απόλυτης φτώχειας. Βάσει αυτών των εμπειρικών δεδομένων είναι αναγκαία η αύξηση του κατώτατου μισθού, και ως οδηγός της μεταβολής του θα έπρεπε να είναι η απόκλιση του τρέχοντος κατώτατου μισθού από τον μισθό αξιοπρεπούς διαβίωσης, δηλαδή από το 60% του ακαθάριστου διάμεσου μισθού. Η αύξηση θα έπρεπε να γίνει μέσω ενός χρονοδιαγράμματος το οποίο θα συμφωνούσαν οι κοινωνικοί εταίροι στο θεσμικό πλαίσιο της Εθνικής Γενικής Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας. Όμως, από τους κοινωνικούς εταίρους μόνο η ΓΣΕΕ προσεγγίζει τον κατώτατο μισθό με αυτήν την οπτική και προτείνει την ουσιαστική αύξησή του. Οι εργοδοτικές οργανώσεις, συντονισμένες από το αόρατο χέρι της αγοράς, προτείνουν νέο πάγωμα του κατώτατου μισθού εγείροντας ζητήματα βιωσιμότητας και ανταγωνιστικότητας ως συνέπεια της πανδημικής κρίσης.

Χωρίς αμφιβολία οι συνέπειες της πανδημικής κρίσης ήταν σημαντικές και ταυτόχρονα οριζόντιες σε όλες τις οικονομίες. Ωστόσο, η ευρωπαϊκή εμπειρία, που συνήθως γίνεται κριτήριο αναφοράς σε παρεμβάσεις απορρύθμισης της αγοράς εργασίας, μας λέει ότι 17 κράτη-μέλη της ΕΕ έχουν ήδη αυξήσει τον ωριαίο κατώτατο μισθό, 3 κράτη-μέλη τον διατήρησαν σταθερό στο ύψος του 2020, ενώ μόνο στην Ελλάδα ο κατώτατος μισθός εξακολουθεί να είναι παγωμένος στο ύψος του 2019.Επίσης, πρέπει να αναφερθεί ότι από τις 17 χώρες που αύξησαν τον κατώτατο μισθό το 2021, οι 14 τον είχαν αυξήσει και το 2020 σε σχέση με το 2019. Παράλληλα, ανάμεσα στις 3 χώρες που διατηρήσαν τον κατώτατο μισθό σταθερό, η Εσθονία και η Ισπανία είχαν ήδη αυξήσει τον ωριαίο κατώτατο μισθό το 2020 σε σχέση με το 2019 κατά 8,1% και 5,5% αντίστοιχα. Τα δεδομένα αυτά αποδομούν την οικονομική λογική του επιχειρήματος περί παγώματος του κατώτατου μισθού και αναδεικνύουν ως βάση της τις ιδιαιτερότητες της ελληνικής επιχειρηματικότητας.

Επιπρόσθετα, θα ήταν χρήσιμο να υπογραμμιστεί το εξής: η αύξηση του κατώτατου μισθού δεν έχει αναδρομική ισχύ. Θα αφορά τους μήνες που θα ακολουθήσουν την απόφαση της μεταβολής του, δηλαδή για το υπόλοιπο του 2021 και για ένα μέρος του 2022 μέχρι τη νέα μεταβολή του. Σύμφωνα με όλες τις εκτιμήσεις, το 2021-2022 θα σημειωθεί σημαντική αύξηση του ΑΕΠ. Νέο πάγωμα ή μια επικοινωνιακού τύπου αύξηση του κατώτατου μισθού θα ισοδυναμούσε με αποκλεισμό όλου του κόσμου που αμείβεται με τον κατώτατο μισθό από αυτή την αύξηση του ΑΕΠ. Η μεταβολή του κατώτατου μισθού το επόμενο χρονικό διάστημα θα προσδιορίσει την κατανομή του αποτελέσματος της προσδοκώμενης ανάπτυξης και, κατά προέκταση, την κοινωνική βιωσιμότητά της.

Ο Γιώργος Αργείτης είναι Καθηγητής ΤΟΕ ΕΚΠΑ και Επιστημονικός Διευθυντής του ΙΝΕ ΓΣΕΕ

ieidiseis