Του Νίκου Σκοπλάκη
Ник Скоп
*…Ήθελα να κάνω κάποιες επισημάνσεις και η συγκυρία τις ευνοεί. Θα τις κάνω, λοιπόν:
α) Όταν οι παραγωγοί και οι διεκπεραιωτές της εγχώριας φαιοκίτρινης προπαγάνδας παίζουν – κυριολεκτικά on camera – την ερωτιάρικη συγχορδία του κιτς ανάμεσα στην “ηρωική τενίστρια” και το καλιγωμένο πριγκιπόπουλο της βορβορώδους ελληνικής λουμπενοδεξιάς, είναι επειδή ακριβώς επιδιώκουν να τη σχολιάσουμε. Αν επεδίωκαν να μην τη σχολιάσουμε, θα πρόβαλλαν σε επανάληψη την “Κάντι-Κάντι”. Σε αυτή την επιδίωξη σχολιασμού ζητούμενο, βέβαια, είναι η εξύμνηση, σε όλους τους γλωσσικούς και άρρητους σχηματισμούς της: Το πειθήνιο χόρτο της δουλικής και αλλοτριωμένης μάζας οφείλει να φωνάξει λιγωμένα “και ζήσαμε καλά κι αυτοί καλύτερα!”. Επειδή, όμως, η φαιοκίτρινη προπαγάνδα επιμένει να τυφλώνεται από τα ίδια της τα ψέματα, καθιερωμένα και ζητούμενα, της σκάει αιφνιδίως – το προφανές! – ενός άλλου σχολιασμού, που αντιδρά: “Άντε και παρατάτε μας, ρε!”. Δεν λέω, είναι μια αποτυχία για τους διαφημιστές, τους τσανακογλείφτες και τους story tellers που ακόμα μια φορά δεν κατόρθωσαν να δαμάσουν τις σχολιαστικές παρορμήσεις του λαουτζίκου, αλλά δεν πειράζει: ξίδι.
β) Σε ένα άλλο επίπεδο, είμαστε πολλοί και πολλές που έχουμε σιχαθεί, αηδιάσει, φρίξει και αγανακτήσει με τη βιομηχανία καλιγωμένων πριγκιπόπουλων της εγχώριας λουμπενοδεξιάς (με τις ευγενείς χορηγίες των ποταπότερων ψηφοφόρων της, φυσικά!). Δεν μας ενδιαφέρουν ούτε η “αδιακανόνιστη ευτυχία”, ούτε η “ανταλλακτική δυστυχία”, ούτε η “μποέμικη ευρεσιτεχνία”, ούτε το φετίχ με τη ρακέτα ή με το ραβδί του κροκέ όλων αυτών των σερνικών και θηλυκών πριγκιπόπουλων, που ξερνιούνται από τα ζοφερά τεκνοποιεία-τεκνοπωλεία των δυναστειών της λουμπενοδεξιάς ως αντικείμενο ενασχόλησης και προπαγάνδας για τα συγγενή μιντιακή προπαγάνδα και τον καιροσκοπισμό φρονημάτων. Δεν μας ενδιαφέρουν, δεν τα θέλουμε, πάρτε τα από μπροστά μας, φυτέψτε τα για πράσα στο επόμενο “Μάστερσεφ” ή βιδώστε τα για διακοσμητικά ψαροταβέρνας στο Σεν Τροπέ. Όσο περισσότερο επιμένετε να μας τα δείχνετε τόσο περισσότερο θα τους κρεμάμε κουδούνια. Κι αν δεν σας αρέσει, τραβήξτε τα από το – κουρασμένο ήδη – οπτικό μας πεδίο. Όχι, δεν γίνεται να τα ‘χετε μονά-ζυγά δικά σας. Τα ‘παμε και το ’15 και θα τα ξαναπούμε – έγνοια σας! Κι ύστερα, αυτού του είδους οι “διασημότητες” δεν είναι μονοσήμαντες κι ούτε το γόητρό τους είναι ομοιόμορφο σε όλη την κοινωνία. Πάρτε το χαμπάρι, ρε παιδί μου: Δεν έχουμε όλες κι όλοι τις λιμπιντικές ευθυγραμμίσεις (“Gleichschaltungen”, που ‘λεγε κι ένας γνωστός), οι οποίες εκπαιδεύονται στο λουμπεναριό που σας ψηφίζει!
γ) Κάθε μονάδα στον θεαματικοποιημένο πρωταθλητισμό είναι φθαρμένη από τα μέσα και από το είδος της προβολής του/της. Καλό θα είναι να το αναγνωρίσει αυτό η εκάστοτε μονάδα, για να διατηρήσει τον αυτοσεβασμό του/της – όσο είναι καιρός – προτού να βρεθεί ξεζουμισμένος/η μπροστά στις ερμητικά κλεισμένες πόρτες του επόμενου θεαματικού διακανονισμού ισχύος με πρόφαση τον αθλητισμό. Μέχρι τότε, για πολλούς και πολλές από μας, τόσο οι νίκες όσο και οι ήττες των μονάδων μάς είναι καταρχάς αδιάφορες. Αδιάφορες, διότι ζήσαμε στο πετσί μας όλο το διάστημα από το 2004 μέχρι το 2021. Αδιάφορες, διότι δεν αφορούν το αυριανό ψωμί, ούτε τις αυριανές περικοπές που εισηγούνται οι χορηγοί και ομοτράπεζοί τους. Αδιάφορες, διότι δεν προσφέρουν καμία διανοητική και πολιτική ανάταση στη χώρα-χαβούζα, αντιθέτως και συνήθως, τη βυθίζουν πιο αυτάρεσκα στον βούρκο της λουμπενοποίησης. Αδιάφορες, διότι είναι όχι μόνο πρωτίστως, αλλά και αποκλειστικώς, δικές τους: Μπορούν να τις αφιερώσουν, να τις μοιρολογήσουν, να τις ποτίσουν με σαμπάνια ή να τις κάνουν κορνίζα. Δικό τους πρόβλημα, δικό τους δικαίωμα, δεν είμαστε ούτε φόντο, ούτε πειθήνια δεξαμενή πανηγυρισμών ή θρήνων.
δ) Αντιθέτως δεν είμαστε καθόλου αδιάφοροι/ες παρατηρώντας αυτό το βλέμμα του “παράγοντα”, του κατά παραγγελία γραφιά και του μιντιακού δουλικού με τη μανιακή και συγχρόνως ψυχρή έκφραση της αρπαγής, της λαιμαργίας και της διακόρευσης – με όρους οικονομικούς, κοινωνικούς, αισθητικούς, ου μην και ψυχολογικούς. Είναι αυτό ακριβώς που αντικατοπτρίζει την αλμοδοβαριανή ρήση “la mala educación”. Δύσκολοι καιροί, αλλά για τις αναβιώσεις των λουμπενοδεξιών πριγκίπων και πριγκιποπούλων δεν θα είναι, πια, και τόσο εύκολοι.