1. Η ζήτηση καθορίζει τη βάση εισαγωγής και όχι η αξία ενός τμήματος. Η κυβέρνηση λοιπόν καταδικάζει τμήματα σε ελάχιστο αριθμό εισακτέων με βάση τη ζήτησή τους και όχι την αξία τους, ειδικα τμήματα που βρίσκονται στην περιφέρεια που τόσο ανάγκη έχει από ισχυρά πανεπιστήμια.
2. Η ζήτηση είναι ένα πολυπαραγοντικό θέμα, έχει να κάνει με καθεστηκυίες λογικές (π.χ. η κοινωνική αποδοχή ιατρών, δικηγόρων, μηχανικών), αλλά και με ζητήματα επιβίωσης που εκ των πραγμάτων ενισχύουν τα κεντρικά πανεπιστήμια έναντι των περιφερειακών, αλλά και σχολές που προσφέρουν επαγγελματική αποκατάσταση.
3. Η συζήτηση περί των πόσων επιστημόνων χρειαζόμαστε ανά επιστημονικό πεδίο αφορά και έναν συνολικότερο σχεδιασμό της οικονομίας σε συνάρτηση με τις κοινωνικές ανάγκες που είτε μας αρέσει είτε όχι θα πρέπει να είναι κεντρικός (σοβιετία γίναμε πάλι) και έχει ιδεολογικό πρόσημο. Άλλες οι ανάγκες της οικονομίας-κοινωνίας π.χ. για τον κ. Χατζηδάκη, άλλες για μία οικολογική οργάνωση. Δεν είναι τυχαίο ότι οι νέοι κατευθύνονται στα σώματα ασφαλείας για να αποφύγουν την ανεργία. Αν η κυβέρνηση εξήγγειλε 1000 θέσεις επιστημόνων περιβάλλοντος και δασολόγων για τη στελέχωση υπηρεσιών που θα χρεωθούν την επούλωση των πληγών των πυρκαγιών του καλοκαιριού θα αύξανε εν μία νυκτί τη ζήτηση των τμημάτων αυτών. Άρα ας σταματήσει αυτή η συζήτηση περί πόσων επιστημόνων χρειαζόμαστε ανά πεδίο και ας προηγηθεί η συζήτηση για το ποιες είναι οι ανάγκες της οικονομίας-κοινωνίας σε μία εποχή προκλήσεων λόγω κλιματικής αλλαγής, πανδημιών, προσφυγικών ροών και της τεχνολογικής επανάστασης.
4. Το επίπεδο γνώσεων των εισακτέων δεν μπορεί να κρίνεται από έναν διαγωνισμό όπως οι πανελλήνιες, αλλά από μία διαδικασία πιστοποίησης εντός του λυκείου. Συνεπώς το απολυτήριο του λυκείου θα έπρεπε να αποτελεί εχέγγυο της ετοιμότητας των αποφοίτων του λυκείου να ανταποκριθούν στις πανεπιστημιακές σπουδές. Είμαστε από τις λίγες χώρες στον κόσμο που η κοινωνία εμπιστεύεται το πιστοποιητικό γνώσης μία ξένης γλώσσας (π.χ. το proficiency) αλλά θεωρεί το απολυτήριο του λυκείου αναξιόπιστο. Πρώτη διδάξασα η υπουργός που αντί να νοιάζεται για την αναβάθμιση του κύρους του λυκείου, συνέβαλε στην περαιτέρω εμπέδωση της ανυποληψίας του ως θεσμού με την νομοθέτηση της ΕΒΕ. Άρα όσοι ενδιαφέρονται για το επίπεδο γνώσεων των νέων και όχι για τις δεξιότητές τους να λύνουν ταχυδακτυλουργικά προβλήματα στις πανελλαδικές, ας ασχοληθούν με το πώς θα γίνει το απολυτήριο λυκείου ένα χαρτί που θα έχει αξία ανεξάρτητα του αν κάποιος αποφασίσει να συνεχίσει τις σπουδές του στο πανεπιστήμιο.
5. Η τεχνική εκπαίδευση είναι μία πολύ σοβαρή υπόθεση και οι έως τώρα πολιτικές δεν έφεραν τα επιθυμητά αποτελέσματα. Με την εισαγωγή των ΙΕΚ στα μηχανογραφικά δεν προκύπτει καμία αναβάθμιση. Είναι απλά ένα επικοινωνιακό πυροτέχνημα. Μία πολύ ελπιδοφόρα πολιτική ήταν η ίδρυση των διετών προγραμμάτων στα πανεπιστήμια που προώθησε η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ και αναπαράγει σε έναν βαθμό το πολύ επιτυχημένο γαλλικό μοντέλο των IUT. Αυτά τα προγράμματα τα αγκάλιασαν πολλά ελληνικά πανεπιστήμια και αυτή τη στιγμή θα είχαν εκπαιδεύσει άνω των 3000 αποφοίτων των ΕΠΑΛ σε τομείς της οικονομίας με πολύ μεγάλη ζήτηση αν δεν τα είχε καταργήσει εν μία νυκτί η κ. Κεραμέως τον Σεπτέμβριο του 2019. H εμπλοκή των πανεπιστημίων στην τεχνική εκπαίδευση αποτελεί κατά την άποψή μου μία κίνηση ΜΑΤ για το αγκάλιασμα της από την ελληνική κοινωνία και την αυτόματη κατάρριψη μύθων και προκαταλήψεων που την αδικούν διαχρονικά.
6. Ο απεγκλωβισμός στον οποίο αναφέρεται η κ. Κεραμέως αποτελεί στην ουσία κλείσιμο της πόρτας εισόδου στα πανεπιστήμια σε χιλιάδες μαθητές. Θα πει κάποιος καλοπροαίρετος: «Μα δεν μπορούν να τελειώσουν ένα τμήμα του πανεπιστημίου όσοι μαθητές δεν τα πήγαν καλά στις πανελλαδικές». Πέρα από το γεγονός ότι δεν υπάρχει στατιστική μελέτη που να αναδεικνύει πώς αποδίδουν οι μαθητές που έγραψαν άσχημα στις πανελλαδικές εντός του πανεπιστημίου, πέρα από το γεγονός ότι τους περισσότερους λιμνάζοντες φοιτητές επιδεικνύουν τα παραδοσιακά κεντρικά πανεπιστήμια και οι υψηλόβαθμες σχολές (βλ. Νομική), πέρα από το ότι οι πανελλήνιες είναι διαγωνισμός και όχι διαδικασία πιστοποίησης, θα ήθελα να επισημάνω το εξής: Για ποιον λόγο θεωρούμε αυτονόητο ότι όποιος μπαίνει στο πανεπιστήμιο, πρέπει και να το τελειώνει; Η είσοδος στο πανεπιστήμιο είναι μία ευκαιρία όχι ένα δεδομένο πτυχίο και η ολοκλήρωση των σπουδών απαιτεί πολύ κόπο και προσπάθεια, αλλιώς το δημόσιο πανεπιστήμιο θα ήταν σαν τα κολλέγια που πουλάνε πτυχία. Αυτό πρέπει να το κατανοήσουν και οι φοιτητές μας, αλλά και η κοινωνία συνολικά. Δυστυχώς η διαρκής προσπάθεια ιδιωτικοποίησης των δημόσιων πανεπιστημίων έχει επιφέρει τη λογική της αγοράς πτυχίου στο μεταπτυχιακό επίπεδο και αυτό πρέπει να μας απασχολήσει ως κοινότητα αλλά και ως κοινωνία, αλλά τουλάχιστον έως τώρα σώζεται η αξιοπιστία των προπτυχιακών σπουδών στο ελληνικό δημόσιο πανεπιστήμιο και αυτό πρέπει να διαφυλαχθεί ως κόρη οφθαλμού.
7. Τέλος, οι πανεπιστημιακές σπουδές δεν πρέπει σώνει και καλά να θεωρούνται ως επιτυχημένες μόνο αν ο απόφοιτος βρίσκει δουλειά στον στενό πυρήνα του αντικειμένου που σπούδασε. Αυτό είναι το ιδανικό, αλλά σε κάθε περίπτωση κάθε νέος απόφοιτος πανεπιστημίου βελτιώνει το επίπεδο της κοινωνίας, συμβάλλει στη δημοκρατική θωράκιση έναντι φασιστικών και ψεκασμένων αντιλήψεων, ενώ για τον ίδιο είναι πιο εύκολο να αποδώσει σε οποιοδήποτε επάγγελμα αναφέρεται σε αυτό που λέμε οικονομία έντασης γνώσης σε σχέση με κάποιον που δεν έχει πανεπιστημιακή μόρφωση. Για παράδειγμα ένας μαθηματικός δεν είναι επιτυχημένος μόνο αν διοριστεί ως εκπαιδευτικός στο σχολείο. Είναι επίσης επιτυχημένος αν βρει ρόλο σε μία εταιρία δημοσκοπήσεων. Επίσης τα ίδια τα πανεπιστήμια, ειδικά αυτά που έχουν έδρα την περιφέρεια αποτελούν φάρους γνώσης, ανάπτυξης και πολιτισμού που βοηθούν περιοχές με χαμηλή ανάπτυξη να σταθούν στα πόδια τους και δεν εννοώ τα ενοίκια και τα σουβλάκια, αλλά τη δυνατότητα παραγωγικής ανασυγκρότησης που μπορούν να παρέχουν πάντα στην κατεύθυνση της ενίσχυσης της οικονομίας της γνώσης. Άρα πρέπει να στηριχτούν με κάθε τρόπο γιατί είναι μοχλοί αναβάθμισης υποβαθμισμένων περιοχών και το κόστος της πολιτείας για τη λειτουργία τους είναι πολύ μικρό σε σχέση με το τι προσφέρουν ακόμα και από οικονομικής άποψης χάρη στα ανταγωνιστικά ερευνητικά προγράμματα που προσελκύουν.