Γιάννης Ραντίν*: 10 χρόνια μέτρησης του Δείκτη Πολυδιάστατης Φτώχειας: Συμπεράσματα 

Posted on 25 Ιουλίου, 2020, 7:22 μμ
0 secs

Το Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης σε συνεργασίας με τον ΟΗΕ δημοσίευσε τον Ιούλιο τους δείκτες Πολυδιάστατης Φτώχειας για το 2020. Συχνά η φτώχεια μετράται μονοδιάστατα με τη χρήση του εισοδήματος (ή πιο σπάνια την κατανάλωση). Αυτή η αυστηρή οικονομική προσέγγιση όμως αποτυγχάνει στο να αναγνωρίσει όλες τις διαστάσεις του φαινομένου.

Η πολυδιάστατη φτώχεια ενσωματώνει την πληθώρα στερήσεων και δυσκολιών που βιώνει ένα φτωχό άτομο στην καθημερινότητα του, όπως η υγεία, η εκπαίδευση, το βιοτικό επίπεδο, οι συνθήκες εργασίας, η συμμετοχή στα πολιτικά δρώμενα, η απειλή βίας, η περιβαλλοντική ρύπανση κλπ..

Στόχος της συμπερίληψης τόσων πολλών εννοιών είναι  κατανόηση της πολυπλοκότητας της φτώχειας έτσι ώστε οι πολιτικές για την καταπολέμηση της να είναι πιο αποτελεσματικές. Για παράδειγμα αν σε μια περιοχή το κυριότερο πρόβλημα είναι η έλλειψη πρόσβασης στο σύστημα υγείας η κυβέρνηση έχει να υιοθετήσει διαφορετική στρατηγική από το αν το πρόβλημα είναι οι κακές συνθήκες στέγασης. Η μέτρηση πολλών διαστάσεων μας επιτρέπει επίσης ανάλογα με τις συνθήκες της εκάστοτε χώρας να προσθέσουμε δείκτες που λαμβάνουν υπόψη τις πολιτικές προτεραιότητες και ανάγκες, καθώς και τις περιφερειακές ιδιαιτερότητες.

Η αδυναμία των δεικτών μέτρησης που βασίζονται σε χρηματικούς όρους γίνεται προφανής αν σκεφτούμε τη περίπτωση των Η.Π.Α. Πολιτείες όπως η Αλαμπάμα και ο Μισισιπή σε όρους κατά κεφαλήν ΑΕΠ είναι πλουσιότερες από τις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες, όμως στο μυαλό των περισσότερων ανθρώπων δεν συνδέονται με πλούτο αλλά με φτώχεια. Αυτό οφείλεται στην υστέρηση τους σε άλλες διαστάσεις. Χαρακτηριστικά η μητρική θνησιμότητα στην Αλαμπάμα κυμαίνεται στα ίδια επίπεδα με την Αίγυπτο, κάτι που δεν αναφέρουν τα οικονομικά μεγέθη.

Ένας άλλος λόγος για τον οποίο χρειάζεται το 2020 να προσεγγίζουμε διαφορετικά την οικονομική ανάπτυξη είναι πως με βάση τις εμπειρίες του προηγούμενου αιώνα η οικονομική μεγέθυνση (δηλαδή η αύξηση του ΑΕΠ) δεν συσχετίζεται απαραίτητα με μείωση της φτώχειας και των στερήσεων.

Τέλος έχει σημασία να λαμβάνουμε υπόψη και τις εμπειρίες και απόψεις των ίδιων των ανθρώπων που βιώνουν τη φτώχεια. Οι ίδιοι οι φτωχοί σε έρευνες περιγράφουν τη κατάσταση τους σαν πολυδιάστατη. Το εισόδημα σε πολλές έρευνες δεν αποτελεί καν το κυριότερο τους παράπονο, αλλά προβλήματα όπως η έλλειψη καθαρού νερού, δημόσιων μέσων μεταφοράς, κοινωνικός αποκλεισμός κλπ..

Μερικές από τις κύριες διαπιστώσεις της έρευνας του Πανεπιστημίου της Οξφόρδης είναι:

  • Στις 107 χώρες που ορίζονται ως αναπτυσσόμενες οικονομίες ζουν 5.9 δισεκατομμύρια άνθρωποι, απ’ αυτούς το 1.3, το 22% δηλαδή ζει σε συνθήκες πολυδιάστατης φτώχειας.

  • Τα παιδιά παρουσιάζουν υψηλότερα ποσοστά φτώχειας. Οι μισοί φτωχοί (644 εκατομμύρια) είναι κάτω από την ηλικία των 18. Ένα στα τρία παιδιά είναι φτωχό, ενώ το αντίστοιχο ποσοστό στους ενήλικες είναι ένας στους έξι.

  • Η πλειοψηφία των φτωχών βρίσκεται στην Υποσαχάρια Αφρική και τη Νότια Ασία.

  • 65 χώρες έχουν βελτιωθεί σε σημαντικό βαθμό τη τελευταία δεκαετία.

  • Σε απόλυτους όρους η μεγαλύτερες μειώσεις στη φτώχεια παρουσιαστηκαν στη Σιέρα Λεόνε, τη Λιβερία, τη Μαυριτανία, τη Γουινέα και τη Ρουάντα.

  • Η Βόρεια Μακεδονία είχε τη μεγαλύτερη ποσοστιαία μείωση, με την Κίνα, Αρμενία, Καζακστάν άν, Ινδονησία, Τουρκμενιστάν και Μογγολία να την ακολουθούν.

  •  Στο ένα τρίτο των χωρών που εξετάστηκαν δεν υπήρξε μείωση της φτώχειας στα παιδιά.

  • Οικονομετρικές προσομοιώσεις δείχνουν πως υπάρχει ο κίνδυνος λόγω κορονοϊού να χαθεί μεγάλο μέρος της βελτίωσης που παρουσιάστηκε αυτή τη δεκαετία.

  • Ένα από τα κυριότερα προβλήματα είναι το περιβάλλον. Το 54% των ανθρώπων στην Αφρική ζει σε συνθήκες περιβαλλοντικης ενδειας, ενώ το αντίστοιχο ποσοστό στην Ασία είναι το 27%.

Όσον αφορά την Ελλάδα τέτοιου είδους στατιστικά στοιχεία είναι αρκετά περιορισμένα.  Η συστηματική έρευνα πάνω στις οικονομικές ανισότητες και τη φτώχεια αγνοούνταν από τις περισσότερες κυβερνήσεις. Αυτό φαίνεται και από το πώς προσεγγίζουμε τη συζήτηση γύρω από την οικονομική ανάπτυξη: συζητάμε ασταμάτητα για τους ρυθμούς αύξησης του ΑΕΠ, παραγκωνίζοντας τις υπόλοιπες διαστάσεις. Το να γνωρίζουμε το ποσοστό αύξησης του ΑΕΠ είναι  αναμφίβολα χρήσιμο, αλλά θα ήταν χρήσιμο να εξετάσουμε παράλληλα πώς διανέμονται γεωγραφικά οι οικονομικές δραστηριότητες, πώς κατανέμεται ο πλούτος μεταξύ των ανθρώπων και ποιοτικά στοιχεία για τις ζωές τους. Για παράδειγμα, σύμφωνα με τον ΟΟΣΑ, η Αθήνα και η Θεσσαλονίκη είναι στο 25% των μητροπολιτικών περιοχών με την περισσότερη ρύπανση, κάτι που αγνοείται παντελώς από τις περισσότερες κυβερνήσεις.

Η συλλογή δεδομένων και η ανάλυσή τους μας βοηθάει να κατανοήσουμε τα προβλήματα που αντιμετωπίζουμε έτσι ώστε να συζητάμε προτάσεις για την επίλυση τους. Ειδικά τώρα που έχουμε να αντιμετωπίσουμε μια παγκόσμια πανδημία η έρευνα είναι το κύριο εργαλείο άμυνας που διαθέτουμε σαν κοινωνία.

*Του Γιάννη Ραντίν, υποψήφιου διδάκτορα Πανεπιστημίου Θεσσαλίας 
...