Ο πρώην Γενικός Γραμματέας του υπουργείου Υγείας και γιατρός Γιάννης Μπασκόζος μιλά στην «Εποχή» για την εξέλιξη της πανδημίας, τις κυβερνητικές παραλείψεις στη διαχείρισή της που γίνονται πλέον «εκκωφαντικές», αλλά και την κυβερνητική επιλογή για κοινωνική σύγκρουση την πιο ακατάλληλη στιγμή.

Τη συνέντευξη πήρε
ο Νίκος Γιαννόπουλος για την ΕΠΟΧΗ

Ο ΠΟΥ με ανακοίνωσή του τη Δευτέρα τόνισε ότι τα πράγματα σε σχέση με την εξάπλωση του ιού είναι πολύ σοβαρά. Μήπως η κατάσταση έχει ξεφύγει από τον έλεγχο;
Η πραγματικότητα είναι αυτή που αναφέρει ο ΠΟΥ, αλλά την ίδια αίσθηση έχουμε και εμείς. Ο ιός είναι εδώ και δεν αστειεύεται. Δεν πρόκειται για μία λίγο διαφορετική γρίπη. Αντίθετα είναι ένας ιός, που προκαλεί πολλαπλές αντιδράσεις στον οργανισμό, έναν καταρράκτη ανοσολογικής υπεραντίδρασης, οξεία φλεγμονή και οξείες αγγειακές διαταραχές της πηκτικότητας. Η κατάσταση είναι ανησυχητική διεθνώς. Είναι αλήθεια ότι η τεράστια γεωγραφική διασπορά που έχει ο ιός και οι πολλές απώλειες σε μεγάλες χώρες, όπου ο συνδυασμός των δύσκολων συνθηκών ζωής, των έντονων ανισοτήτων, των προβλημάτων στα συστήματα υγείας και της προβληματικής έως απαράδεκτης κυβερνητικής διαχείρισης έχει οδηγήσει σε ανθρωπιστική καταστροφή. Αναφέρομαι κυρίως στις ΗΠΑ και στη Βραζιλία όπου, δυστυχώς, τα πράγματα έχουν ξεφύγει.

Καθυστερήσεις, αντιφάσεις, υποχωρήσεις

Στην Ελλάδα η ελληνική κυβέρνηση παίρνει κάποια περιοριστικά μέτρα την ώρα όμως που «ανοίγει» τις πτήσεις από χώρες όπως η Μεγάλη Βρετανία και η Σουηδία. Δεν υπάρχει μία αντίφαση σ’ αυτές τις επιλογές;
Θα πρέπει να πω εδώ ότι εμείς θα συνεχίσουμε να είμαστε σοβαροί στην κριτική μας. Παραδεχόμαστε όλοι ότι επειδή η χώρα εξαρτάται εξαιρετικά από τον τουρισμό, όφειλε να γίνει μία προσπάθεια για να ανοίξει η χώρα. Όμως, επιμένω σε τούτο: Η προστασία της δημόσιας υγείας και το άνοιγμα της χώρας για τον τουρισμό οφείλουν να μην αντιστρατεύονται το ένα το άλλο, αλλά να πηγαίνουν μαζί. Δεν μπορείς, δηλαδή, να παραβλέπεις την κατάσταση της δημόσιας υγείας διότι στο τέλος αυτό θα αποβεί καταστροφικό ακόμα και για τον τουρισμό. Όσον αφορά τη δράση της κυβέρνησης, επιτρέψτε μου να κάνω ένα γενικότερο σχόλιο. Στην πρώτη φάση της επιδημίας επειδή έγιναν αποδεκτές οι εισηγήσεις της επιστημονικής επιτροπής αλλά και διότι υπήρξε ουσιαστική συναίνεση των πολιτικών δυνάμεων, και ειδικά της αξιωματικής αντιπολίτευσης, τα μέτρα στέφθηκαν από επιτυχία.
Είναι πιθανό η επιτυχία κατά τη διάρκεια της πρώτης φάσης να δημιούργησε σε αρκετούς την εντύπωση ότι δεν υπήρξε πραγματικός κίνδυνος. Αυτό είναι όμως πολύ σοβαρό και επικίνδυνο λάθος. Κάνω την εκτίμηση ότι στη δεύτερη και πιο δύσκολη φάση της απεμπλοκής από το λοκ ντάουν, η κυβέρνηση δεν τα πάει καλά. Καθυστερεί να πάρει μέτρα, άλλες φορές αυτά που λαμβάνει είναι αντιφατικά και μετά από κάποιες ημέρες τα παίρνει πίσω. Αυτό δημιουργεί έλλειμμα αξιοπιστίας. Η κυβέρνηση δείχνει να μην διαθέτει ολοκληρωμένο σχέδιο, παρά το γεγονός ότι δόθηκε ο χρόνος. Πολύ περισσότερο δε που με την έλλειψη ουσιαστικών εμπροσθοβαρών οικονομικών μέτρων στήριξης εντείνει την ανασφάλεια και τη νευρικότητα της κοινωνίας. Όφειλε να το έχει ετοιμάσει.
Στον Προμαχώνα, για παράδειγμα, στην αρχή υπήρξε ανεξέλεγκτη είσοδος, μετά λόγω και της υγειονομικής κρίσης στις γειτονικές χώρες, η κυβέρνηση αναγκάστηκε να κάνει αυτό που συμβαίνει σήμερα. Για να είμαστε απολύτως ειλικρινείς, γνωρίζουμε ότι υπάρχουν πολλές μεγάλες διπλωματικές πιέσεις από τις γειτονικές χώρες για να χαλαρώσουν τα μέτρα που αφορούν τους υπηκόοους τους. Είναι όμως καθήκον της κυβέρνησης και τη δημόσια υγεία να προστατεύσει και να πείσει για τη σοβαρότητά της έτσι ώστε να μην διαταραχθούν οι σχέσεις με τις γειτονικές χώρες.
Και επίσης, το υποχρεωτικό άνοιγμα των πτήσεων δεν συνοδεύτηκε από την απαραίτητη, κατά τη γνώμη μας, συμφωνία σε ευρωπαϊκό επίπεδο για ελέγχους στις χώρες προέλευσης. Αυτό ήταν μία ήττα που δεν γνωρίζουμε αν οφείλεται στο ότι η κυβέρνηση δεν το πάλεψε περισσότερο.

Κρίνετε ότι η αγορά (εστίαση, μπαρ κτλ) άνοιξε υπερβολικά νωρίς στην Ελλάδα;
Θα ήθελα να μην είμαι κατηγορηματικός σ’ αυτό το κομμάτι. Πιστεύω ότι υπήρξαν βεβιασμένες εκτιμήσεις που προέκυψαν από την επικείμενη καταστροφή σ’ αυτόν τον επιχειρηματικό χώρο. Όμως το βασικό, κατά τη γνώμη μου, δεν ήταν αυτό. Το βασικό είναι ότι η κυβέρνηση, υπηρετώντας την πολιτική του «ανοίξαμε και σας περιμένουμε», δημιούργησε μία αίσθηση εφησυχασμού και αμεριμνησίας με δική της αποκλειστικά ευθύνη. Και όχι μόνο αυτό αλλά αργότερα προχώρησε και σε μέτρα που κατά τη γνώμη μου δεν έχουν επαρκή επιστημονική στήριξη όπως ο απεριόριστος αριθμός ατόμων ανά τραπέζι στα μαγαζιά της εστίασης. Ήταν επίσης λάθος που πάρθηκε πίσω η υποχρέωση για μάσκες στους κλειστούς χώρους και στα εμπορικά κέντρα.

Χωρίς απαραίτητη και έγκαιρη ενημέρωση

Κατά την πανδημία έγινε ξεκάθαρο ότι το ΕΣΥ χρειάζεται περαιτέρω ενίσχυση και μάλιστα άμεσα. Τι έχει γίνει γι’ αυτό τους τελευταίους τρεις μήνες;
Δυστυχώς, είμαστε υποχρεωμένοι να πούμε ότι δεν έγιναν αυτά που έπρεπε. Ουσιαστικά, δεν έχει εκπληρωθεί καμία μόνιμη πρόσληψη, ενώ οι 4000 προσλήψεις ιατρικού και λοιπού προσωπικού καλύφθηκαν μόνο από επικουρικούς. Μάλιστα, κάποιοι από αυτούς παραμένουν δύο και τρεις μήνες απλήρωτοι. Είναι δε ανησυχητική η έλλειψη ουσιαστικής ενίσχυσης της ΠΦΥ και της επαρκούς εκπαίδευσης του προσωπικού στην αντιμετώπιση του COVID19. Οι νέες επιστημονικές απόψεις που προέρχονται από λεπτομερείς μελέτες δείχνουν τη μεγάλη αξία της πρόληψης στην επιλογή των ασθενών υψηλού ρίσκου και της πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας. Τα δεδομένα είναι σαφή. Δεν είναι η ηλικιακή κατανομή από μόνη της δείγμα ευπάθειας αλλά η ύπαρξη νοσημάτων όπως η ΧΑΠ, ο σακχαρώδης διαβήτης, η αρρύθμιστη υπέρταση και οι καρδιοαγγειακές νόσοι. Τα νέα δεδομένα αναφέρουν ότι πρέπει να προστατεύσουμε αυτές τις κατηγορίες πληθυσμού και επίσης λένε ότι αν πρόκειται να δράσουν τα φάρμακα για τα οποία γίνονται οι έρευνες, θα πρέπει αυτά να δοθούν σε πρώιμο στάδιο διότι το να χτυπήσεις τον ιό στην αρχή της νόσου μπορεί να προλάβει τον καταρράκτη των γεγονότων που οδηγούν σε βαριά νοσήματα. Από ένα σημείο και έπειτα δεν έχει σημασία να χτυπήσεις το ιό αλλά τα αποτελέσματα της δράσης του.

Σε προτάσεις που κατέθεσε ο Ανδρέας Ξανθός στις αρχές της εβδομάδας τόνισε ότι πρέπει να υπάρξει «πλήρης διαφάνεια για την επιδημιολογική εικόνα της πανδημίας στη χώρα με αναλυτική παρουσίαση δεδομένων». Αισθάνεστε ότι υπάρχει κυβερνητική «υποχώρηση» σ’ αυτό το ζήτημα; Οτι η ενημέρωση στερείται διαφάνειας;
Για να αντιμετωπιστεί αποτελεσματικά αυτή η επιδημία, η δημιουργία κλίματος εμπιστοσύνης και υγειονομικής συναίνεσης είναι απαραίτητα. Αυτά μπορούν να οικοδομηθούν πάνω στο έδαφος της επαρκούς πληροφόρησης και της διαφάνειας. Έχουμε την αίσθηση πως από την πλευρά του ΕΟΔΔΥ δεν υπάρχει η απαραίτητη και έγκυρη πληροφόρηση, ούτε καν προς τους αρμόδιους επιστήμονες της επιτροπής. Επίσης, η δημιουργία κλίματος αντιπαράθεσης και οι αντιδημοκρατικές μεθοδεύσεις που δημιουργούν εντάσεις τον τελευταίο καιρό δεν βοηθούν προς την κατεύθυνση της δημιουργίας κλίματος συναίνεσης. Εγώ, ως πρώην γενικός γραμματέας δημόσιας υγείας, αναρωτιέμαι: Τι γίνεται με τον ιό του Δυτικού Νείλου φέτος το καλοκαίρι; Γιατί δεν αναφέρονται τα κρούσματα και οι πιθανοί θάνατοι; Δεν υπάρχει στη χώρα μας φέτος ή μήπως δεν μετριέται καθόλου; Ο φόβος μας, λοιπόν, για την ελλιπή προετοιμασία του συστήματος κατά το φθινόπωρο εντείνεται και ενόψει του συνδυασμού covid και εποχικής γρίπης.

Πολιτικές ευθύνες

Ως προς τα μέσα προστασίας και τη συμπεριφορά του πληθυσμού παρατηρείται μία χαλάρωση. Αυτό πως μπορεί να αλλάξει;
Η αλήθεια είναι ότι παρατηρείται πράγματι. Όμως αυτή τη φορά θέλω να είμαι κατηγορηματικός. Τον πληθυσμό δεν επιτρέπεται ούτε να τον τρομοκρατούμε ούτε να τον καταπιέζουμε υπέρμετρα. Χρειάζεται να τον πείσουμε με επιστημονικά δεδομένα και στοιχεία. Νομίζω ότι τον τελευταίο καιρό, με απόλυτη ευθύνη της πολιτείας, αυτό το στοιχείο έχει υποχωρήσει. Από τη μεριά μου κάνω πάλι έκκληση για την τήρηση των ατομικών μέτρων προστασίας: Αποστάσεις, πλύσιμο χεριών, μάσκες στους κλειστούς χώρους, αποφυγή μεταφοράς του ιού με το βήχα ή το φτέρνισμά μας στους διπλανούς. Είναι το καθήκον όλων μας. Αυτό όμως δεν αναιρεί σε καμία περίπτωση τη μεγάλη υποχρέωση της πολιτείας για ενημέρωση και σαφείς οδηγίες, για έγκαιρα και επαρκώς τεκμηριωμένα μέτρα και για την ενίσχυση του ΕΣΥ, έστω και τώρα. Σε τελευταία ανάλυση, οι δράσεις και οι αστοχίες στη διαχείριση της πανδημίας είναι πολιτικές. Πολιτικές θα είναι και οι ευθύνες.