Όσο και αν ορισμένοι βρίσκουν απωθητική ή μπανάλ την ιδέα ότι η πολιτική γίνεται και στο «πεζοδρόμιο», ο δημόσιος χώρος, είτε ψηφιακός (social media) είτε πραγματικός, δεν θα πάψει να είναι καταστατικός τόπος του πολιτικού. Εκεί συγκρούονται οι άνθρωποι, εκεί συγκροτούνται τα συλλογικά υποκείμενα, που δεν μπορεί είναι ποτέ να είναι πλήρως απο-υλοποιημένα – η ενσώματη διάσταση της πολιτικής είναι αξεπέραστη.
Πριν λίγες μέρες, στον πιο κεντρικό δημόσιο χώρο της χώρας, στην πλατεία Συντάγματος, εμφανίστηκε, δηλαδή συγκροτήθηκε πολιτικά με τον πιο επίσημο, και ανησυχητικό, τρόπο το συλλογικό υποκείμενο «αντιεμβολιαστικό κίνημα». Μπορεί σε αυτό το ετερόκλητο «πλήθος» (για να θυμηθούμε μια παλιότερη έννοια του Τόνι Νέγκρι, με αμφιλεγόμενες χρήσεις) να βρίσκει κανείς από παλαιοημερολογίτες μέχρι «εναλλακτικούς» new age και από παραστρατιωτικούς μέχρι αναρχοαυτόνομους, ωστόσο, με μια ματιά στη φυσιογνωμία και τη μορφολογία του, είναι εμφανές ότι τον τόνο δίνει μία κρίσιμη μάζα που κατά καιρούς επανεμφανίζεται σε κομβικά γεγονότα: ακραία εθνικιστική, θρησκόληπτη, μισαλλόδοξη και με κακές μάλλον σχέσεις με τον ορθό λόγο ή την ελληνική γλώσσα.
Ήταν παρούσα σε όλα ανεξαιρέτως τα κινηματικά γεγονότα της τελευταίας δεκαετίας: στην πάνω πλατεία των Αγανακτισμένων και στις συγκεντρώσεις του ΟΧΙ στο Δημοψήφισμα, αλλά και ανάμεσα στους υποστηρικτές του ΝΑΙ και οπωσδήποτε στις κινητοποιήσεις του νέου «Μακεδονικού». Υπό αυτή την έννοια, όλες σχεδόν οι πολιτικές δυνάμεις αξιοποίησαν εν μέρει και αυτούς που σήμερα με περισσότερη ευκολία μπορεί να κατατάσσουν στους «ψεκασμένους», συγχρωτίστηκαν μαζί τους ή τους εργαλειοποίησαν. Κατά κάποιον τρόπο, οι αντιεμβολιαστές του Συντάγματος είναι μια εικόνα συλλογικής ενοχής – και μία πολύ γλαφυρή ένδειξη ότι τα «στρατόπεδα» δεν είναι ποτέ καθαρά και μόνιμα αλλά ρευστά, ούτε κανένα μπορεί να διεκδικεί το μονοπώλιο στον ορθολογισμό.
Παραδόξως, το αντιεμβολιαστικό κίνημα δεν έχει αντικείμενο μόνο την αντίθεση στον εμβολιασμό. Τον τελευταίο ενάμιση χρόνο, περίοδο εγκλεισμού ή περιορισμένης δημόσιας ζωής, ελάχιστα συλλογικά γεγονότα αναδείχθηκαν στον δημόσιο χώρο – ένα από αυτά ήταν η δημοκρατική συγκέντρωση για τη δίκη της Χρυσής Αυγής. Αντικατοπτρικό παράδειγμα, εν πολλοίς, είναι η συγκέντρωση των αντι-εμβολιαστών. Φυσικά η αιχμή είναι ο σκεπτικισμός για το εμβόλιο, δηλαδή την επιστήμη ή τις μεγάλες φαρμακευτικές εταιρείες ή την παγκόσμια συνωμοσία σκοτεινών δυνάμεων που επιχειρούν να μας υποδουλώσουν. Όπως συμβαίνει όμως με όλα τα συλλογικά γεγονότα, ο αντιεμβολιασμός είναι μια μετωνυμία που συμπυκνώνει βαθύτερες τάσεις, φέρνοντάς τις στην επιφάνεια. Ενσαρκώνει μια δική μας εκδοχή του διεθνούς τραμπισμού – με αντι-συστημικό πρόσημο, που ωστόσο αναπτύσσεται σε ένα περιβάλλον όπου πολύ συστημικές υποδοχές έχουν φτιαχτεί από καιρό.
Βρίσκουμε εδώ, σε μια γκροτέσκα και παρωδιακά ακραία εκδοχή, όλες τις βασικές θεματικές: υπερεθνικισμός, συνωμοσιολογία, επιστροφή στην ασφάλεια της «καθαρής» κοινότητας χωρίς επιμολύνσεις από ξένους/μετανάστες ή παρεκκλίνουσες σεξουαλικές/κοινωνικές συμπεριφορές, απόρριψη της επιστήμης χάριν μιας «βαθύτερης», υποτίθεται, γνώσης – οι τραμπιστές, άλλωστε, δεν αρνούνται την κλιματική αλλαγή και τη διδασκαλία της δαρβινικής θεωρίας στο σχολείο; Την ίδια στιγμή, όμως, που ο «γραφικός» τραμπισμός αλά ελληνικά διαχέεται στον δημόσιο χώρο και λόγο, η ατζέντα του είναι ήδη εδώ, μέσα από «σοβαρούς» διαύλους: από την προσπάθεια να αμφισβητηθεί το δικαίωμα στην άμβλωση μέχρι τη θεώρηση της γυναίκας ως κατεξοχήν προορισμένης για αναπαραγωγή και έως τα εμπόδια στην απόκτηση ιθαγένειας για μετανάστες κ.ο.κ. Τι άλλο ήταν ο τραμπισμός παρά μια απολύτως γκροτέσκα στην όψη, αλλά πολύ επικίνδυνη στο βάθος, τάση εκ των έσω ριζοσπαστικοποίησης του mainstream νεο-συντηρητισμού;
Αν είναι έτσι, τότε είναι παράλογο η αντιεμβολιαστική συγκέντρωση στο Σύνταγμα να θεωρηθεί εκδήλωση ενός σύγχρονου ούλτρα «δικαιωματισμού» που υπονομεύει τον κοινωνικό δεσμο. Τι «δικαιωματισμός» είναι αυτός, από ένα κίνημα που αρνείται τα δικαιώματα ακριβώς για εκείνους που τα έχουν ανάγκη, προορίζοντάς τα μόνο για τον εθνικώς καθαρό, λευκό (και ως επί το πλείστον) αρσενικό πληθυσμό;
Από την άλλη, το κίνημα δεν είναι ενιαίο. Προφανώς υπάρχουν διαβαθμίσεις: ανορθολογιστές αλλά και ορθολογικοί free riders (που δεν ρισκάρουν, αφήνοντας τους άλλους να χτίσουν την ανοσία της αγέλης), ακόμη και άνθρωποι με γνήσιο φόβο για μια νέα και αδοκίμαστη ιατρική πρακτική. Η αμερικανική εμπειρία δείχνει πόσο εσφαλμένη είναι η αφ’ υψηλού αντιμετώπιση όλου αυτού του «πλήθους» ως παραλογιζόμενων ψεκασμένων. Αν πράγματι η ανορθολογική εναντίωση στο εμβόλιο συμπυκνώνει βαθύτερες κοινωνικές διεργασίες, φοβίες και ιδεολογικές διολισθήσεις, τότε είναι σφάλμα να ορθώσουμε γύρω τους ένα αλλαζονικό τείχος που θα διαχωρίζει τους «ψέκες» από τους ορθολογιστές.
Εδώ έγκειται η παιδαγωγική λειτουργία της πολιτικής. Ιδίως μια προοδευτική πολιτική μπορεί ταυτόχρονα να φτιάχνει μέτωπα με τις ισχυρές ταυτότητες που κατασκευάζει η διεθνής και κατά τόπους alt-Right και να αντιτείνει τις δικές της «δικαιωματικές», εξισωτικές και συμπεριληπτικές ταυτότητες, την ίδια στιγμή που δεν θα αποδέχεται απροϋπόθετα όλες τις τάσεις της κοινωνίας αλλά θα τις διαπαιδαγωγεί, εξηγώντας και υποχρεώνοντας – οπως μας έχει μάθει ο Μακιαβέλι, η πολιτική είναι ένας Κένταυρος, μισή ζώο (βία: εν μέρει υποχρεωτικός εμβολιασμός), μισή άνθρωπος (συναίνεση και πειθώ, που σημαίνει όχι απλώς τηλεοπτιά σποτάκια αλλά μια συνεκτική διαχείριση της πανδημίας που να βγάζει νόημα, πράγμα που έλειψε στην ελληνική περίτωση). Για κάτι τέτοιο, όμως, χρειάζονται τολμηρές και κάπως κουλ πολιτικές προσωπικότητες, σαν τον κύριο στη φωτογραφία.
independentnews