Είτε μας αρέσει είτε όχι μια ενδεχόμενη συμμαχία ανάμεσα στην Αριστερά και τους οικολόγους στις προεδρικές εκλογές του 2022 στη Γαλλία, οι όροι του διαλόγου για το θέμα επιβεβαίωσαν τον γεωπολιτικό αναλφαβητισμό των περισσότερων δημοσιογράφων. Διότι, ακόμα κι αν υποθέσουμε ότι δεν υπάρχει καμία διαφορά στην οικονομική και κοινωνική πολιτική τόσο μεγάλη ώστε να απαγορεύει στα κόμματα που βρίσκονται στα αριστερά του Εμανουέλ Μακρόν να σχηματίσουν κοινό μέτωπο εναντίον του, από τον πρώτο κιόλας γύρο των εκλογών, ισχύει άραγε το ίδιο και για την εξωτερική πολιτική; Το πιο εκπληκτικό είναι ότι αυτή η ερώτηση δεν απασχόλησε κανέναν. Ούτε οι σχέσεις με τις ΗΠΑ, την Κίνα και τη Ρωσία, ούτε η πολιτική της Γαλλίας στη Μέση Ανατολή, την Αφρική και τη Λατινική Αμερική, ούτε οι δυνάμεις κρούσης. Κανένα από αυτά τα ζητήματα δεν συζητήθηκε από τους ηγέτες της Αριστεράς κατά τη συνάντησή τους στις 17 Απριλίου. Όμως, αντί να δείξουν έκπληξη γι’ αυτό, τα μέσα ενημέρωσης προτίμησαν να κρατήσουν τα σχόλιά τους για θέματα ιδιαιτέρως αποφασιστικά για το μέλλον της χώρας, όπως τα χορτοφαγικά γεύματα στις σχολικές καντίνες της Λυών, τις «μη μεικτές συγκεντρώσεις» ενός φοιτητικού συνδικάτου ή την άρνηση επιδότησης μιας αερολέσχης του Πουατιέ.

Σε σημείο μάλιστα που, όταν ο διοργανωτής της ενωτικής συνάντησης Γιανίκ Ζαντό δημοσίευσε μια νεοσυντηρητική ανάλυση της εξωτερικής πολιτικής, το περιεχόμενό της πέρασε απαρατήρητο.1 Και όμως, πολλά αποσπάσματα, που θα ’λεγες ότι γράφτηκαν σε κάποιο γραφείο του αμερικανικού Πενταγώνου, τοποθετούν τον εν λόγω οικολόγο ηγέτη στα δεξιά του Εμανουέλ Μακρόν. Για παράδειγμα, αποδίδει την «όξυνση των διεθνών εντάσεων» αποκλειστικά στην «αυξανόμενη επιθετικότητα των αυταρχικών καθεστώτων που βρίσκονται στην εξουσία στην Κίνα, τη Ρωσία, την Τουρκία». Φαίνεται λοιπόν ότι γι’ αυτόν οι προκλήσεις δεν έρχονται ποτέ από τις Ηνωμένες Πολιτείες, τη Σαουδική Αραβία ή το Ισραήλ. Η ίδια φιλο-ατλαντική μυωπία εμφανίζεται όταν ο Ζαντό αποδίδει στη Μόσχα και το Πεκίνο την αποκλειστικότητα των «fake news», της στήριξης των «εξτρεμιστικών κινημάτων» ή της εξαγοράς «σημαντικών για τη χώρα μας επιχειρήσεων». Μοιάζει να ξεχνά τα ψευδο-«όπλα μαζικής καταστροφής» στο Ιράκ, τη στήριξη της Δύσης και της Σαουδικής Αραβίας στο συριακό Μέτωπο Αλ Νόσρα (συνδεδεμένο με την Αλ Κάιντα), την αμερικανική λεηλασία μέσω της επιβολής τεράστιων προστίμων στις ανταγωνιστικές επιχειρήσεις, τακτική που εξανάγκασε την Alstom να αποδεχθεί την εξαγορά της από την General Electric.2 Λογικά λοιπόν, το κείμενό του απαιτεί, όπως ο Ντόναλντ Τραμπ και ο Τζο Μπάιντεν, οι Ευρωπαίοι «να θέσουν άμεσα τέλος στο σχέδιο του αγωγού Nord Stream 2». Και τους προτείνει να στηρίξουν την Ουκρανία, που βρίσκεται «αντιμέτωπη με τη στρατιωτική επιθετικότητα του Ρώσου γείτονά της». Έλα όμως που το Κίεβο ζητάει κυρίως την ένταξή του στο ΝΑΤΟ, μια στρατιωτική συμμαχία από την οποία οι οικολόγοι έχουν υποσχεθεί ότι θα βγάλουν τη Γαλλία, ως ένα από τα «πρώτα μέτρα» τους εάν βρεθούν στην κυβέρνηση.

Παρ’ όλα αυτά, ο πρώην σοσιαλιστής υπουργός Μπενουά Αμόν θεωρεί ότι οι διαφωνίες «δεν είναι τόσες πολλές ανάμεσα στους οικολογικούς σχηματισμούς και την Αριστερά». Θα μπορούσε δηλαδή η προοδευτική Γαλλία να αντιγράψει στο μέλλον την ιαπωνική πολιτική για την Κίνα, την αμερικανική πολιτική για τη Βενεζουέλα, την ισραηλινή πολιτική για τους Άραβες και την πολωνική πολιτική για τη Ρωσία;

1 «Yannick Jadot: “Les régimes autoritaires ne comprennent que le rapport de force”», «Le Monde», 15 Απριλίου 2021.

2 Βλ. Jean-Michel Quatrepoint, «Au nom de la loi… américaine», «Le Monde diplomatique», Ιανουάριος 2017 και για την Alstom, την αφήγηση του Arnaud Montebourg στο L’Engagement, Grasset, Παρίσι, 2020.

* Ο Serge Halimi είναι ο διευθυντής της «Le Monde diplomatique»