Η δημοκρατία της πανδημίας δείχνει να διαμορφώνεται μέσα σε μια ιδιόμορφη συνθήκη. Είναι μια δημοκρατία που χαρακτηρίζεται από την αναστολή κάποιων βασικών πολιτικών δικαιωμάτων.

Η γενική απαγόρευση των συναθροίσεων την 6-12-2020 βρίσκεται σε συνέχεια της σχετικής απαγόρευσης της 17/11 και αποτελεί συνέχειά της. Ωστόσο, η αστυνομική πρακτική της 6/12 συνιστά μια αναβάθμιση της καταστολής. Κι αυτό για τρεις κυρίως λόγους:

α. Την 6/12, επί της ουσίας, υπήρξε απαγόρευση ακόμα και της κατ’ ιδίαν απόδοσης τιμής στον τόπο του μνημείου του Αλέξη Γρηγορόπουλου. Δεν τηρήθηκε δηλαδή καν το πρόσχημα της απαγόρευσης συνάθροισης άνω των τριών ατόμων, καθώς και η ατομική προσέλευση απαγορεύτηκε. Δικαιώθηκε, επομένως, η κριτική που ασκήθηκε ήδη κατά το χρόνο της πρώτης απαγόρευσης, ότι δηλαδή η κυβέρνηση ουσιαστικά καταργεί πλήρως το δικαίωμα της δημόσιας συνάθροισης, καθώς στην πράξη δεν ανέχθηκε ούτε τις πλέον ολιγομελείς συγκεντρώσεις.

β. Η αστυνομία, προφανώς με κυβερνητική εντολή, δεν περιορίστηκε στην αποτροπή των συγκεντρώσεων, αλλά προέβη σε μαζικές προσαγωγές και συλλήψεις. Η απαγόρευση των συναθροίσεων παίρνει επομένως υλική έκφραση στην ποινική δίωξη των συναθροιζόμενων και φυσικά στην επιβολή του διοικητικού προστίμου σε βάρος τους. Επιπλέον, φωτογραφίες, αλλά και μαρτυρίες που δεν αμφισβητούνται, αποδεικνύουν ελάχιστη μέριμνα για τις συνθήκες προσαγωγής, σύλληψης και κράτησης. Όλοι και όλες είδαμε το στοίβαγμα στις κλούβες της αστυνομίας, αλλά και τη συγκέντρωση δεκάδων ανθρώπων σε ενιαίο κλειστό χώρο, σε πλήρη παράβαση του υγειονομικού σκοπού, στον οποίο υποτίθεται ότι αποσκοπούσε η αποτρεπτική δράση της αστυνομίας.

γ. Αναβάθμιση της καταστολής συνιστά, τέλος, η σύλληψη συνηγόρων κατά την άσκηση των καθηκόντων τους. Πρόκειται για παρέμβαση πρωτοφανούς αυταρχισμού, που αντίκειται ευθέως στο νόμο που ορίζει τους όρους άσκησης του δικηγορικού λειτουργήματος (δηλαδή στον Κώδικα Δικηγόρων) και παραπέμπει σε ευθέως αυταρχικά καθεστώτα.

Πέραν αυτών, η εκτεταμένη χρήση βίας την 6-12-2020 θέτει ένα ουσιαστικό ζήτημα δημοκρατίας. Ο θεμιτός, λόγω της πανδημίας, περιορισμός κάποιων δικαιωμάτων δεν μπορεί να φθάνει έως το σημείο της πλήρους απαγόρευσης αυτού. Αυτό ισχύει κατά μείζονα λόγο για ένα βασικό πολιτικό δικαίωμα συνταγματικής περιωπής, όπως το δικαίωμα της δημόσιας συνάθροισης που ανήκει στον πυρήνα του πολιτικού φιλελευθερισμού.

Η δυσαρμονία προς το Σύνταγμα γίνεται ακόμα εντονότερη αν συνυπολογίσει κανείς το γεγονός ότι κατά τα άλλα η κοινοβουλευτική διαδικασία συνεχίζεται και μάλιστα η κυβέρνηση νομοθετεί κατά τρόπο καταιγιστικό ψηφίζοντας μέτρα που επηρεάζουν κατά τρόπο καθοριστικό την ζωή των πολιτών. Συγκροτείται έτσι η -παράδοξη για μια δημοκρατία – κατάσταση να νομοθετούνται νέες ρυθμίσεις στη Βουλή, χωρίς να είναι επί της ουσίας δυνατή η εκδήλωση διαμαρτυρίας για την ψήφισή τους.

Το παράδοξο εντείνεται εκ του γεγονότος ότι η κυβέρνηση ορίζοντας χρονικά τη διάρκεια της πλήρους απαγόρευσης, καθιστά αδύνατο στην πράξη και τον πλήρη δικαστικό έλεγχο των απαγορεύσεών της. Κι αυτό γιατί είναι σφόδρα πιθανό όταν τελικά κληθεί το αρμόδιο δικαστήριο να αποφανθεί περί την νομιμότητά της, να κρίνει ότι δεν υπάρχει πλέον αντικείμενο της δίκης, καθώς η ισχύς της πράξης έχει λήξει. Κατ’ αυτόν τον τρόπο όμως, αυτές οι πράξεις καθίστανται στην πράξη ανεξέλεγκτες.

Πολλά παράδοξα για μια ομαλά λειτουργούσα δημοκρατία, δεν συμφωνείτε;

Ο κυβερνητικός αντίλογος δια στόματος του αρμόδιου υπουργού ήταν αντίστοιχος της διχαστικής αντίληψης της σημερινής κυβέρνησης. Αντί της λογοδοσίας, ο αρμόδιος υπουργός με τον γνωστό ελαφρώς υπερβατικό λόγο του μίλησε για “φωνακλάδες επώνυμους” και κάποια “καλή κοινωνία της Αθήνας” που αντιδρά, αντιστοιχιζόμενος με μια πολύ υποκειμενική πρόσληψη της πραγματικότητας. Η ρητορεία του, τυπικά λαϊκιστική και δημαγωγική, επιχειρεί να κατασκευάσει μια αντίθεση ανάμεσα σε μια δήθεν λαϊκής καταγωγής και απεύθυνσης κυβέρνηση και μια αντιπολιτευόμενη ελίτ. Η διάσταση με την πραγματικότητα είναι τόσο κραυγαλέα, ώστε νομίζω ότι περιττεύει κάθε περαιτέρω σχολιασμός. Ωστόσο, όσο προφανής κι αν είναι η έλλειψη κάθε επαφής με την πραγματικότητα, δεν είναι αμελητέο το μήνυμα που εκπέμπεται προς τους ίδιους τους αστυνομικούς, ενισχύοντας την κουλτούρα αυταρχισμού και ατιμωρησίας που ήδη υπάρχει στο σώμα.

Από αυτή τη σκοπιά, είναι πολύ διδακτική η εμπειρία των τελευταίων ημερών στην Γαλλία με την ψήφιση και στη συνέχεια την απόσυρση του άρθρου 24 που περιόριζε τα όρια του ελέγχου του τύπου στο έργο της αστυνομίας. Άρκεσαν δύο μόλις 24ωρα για να δικαιωθούν πλήρως όσα έλεγαν οι αντίστοιχοι –κατά Χρυσοχοΐδη– φωνακλάδες επώνυμοι, ότι δηλαδή μια αστυνομία ανεξέλεγκτη είναι μια επικίνδυνη αστυνομία. Σε δύο περιπτώσεις, η αστυνομική βία που εκδηλώθηκε κατά μεταναστών και προσφύγων ευθύς αμέσως μόλις ψηφίστηκε η σχετική διάταξη ήταν τόσο κτηνώδης, ώστε ο γάλλος ομόλογός του κ. Χρυσοχοΐδη –κατά δήλωσή του– τρόμαξε με αποτέλεσμα να αποσύρει προς επανεπεξεργασία το σχετικό άρθρο. Ο έλληνας ομόλογός του δεν έχει τέτοιες ευαισθησίες. Έτσι όμως αναλαμβάνει πλήρως ο ίδιος και όσοι τον στηρίζουν, την ευθύνη για τη δυσοίωνη συνέχεια.

Πηγή: ΕΠΟΧΗ