Αύγουστος ήταν στις 28 του ‘44: Το μπλόκο της Καλλιθέας

Posted on 28 Αυγούστου, 2020, 9:01 πμ
4 secs

Μια από τις άγνωστες σελίδες της νεοελληνικής μας ιστορίας είναι η εμπλοκή των προσφύγων της Μικρασιατικής Καταστροφής στα γεγονότα της Κατοχής και του Εμφυλίου. Δεκαοχτώ χρόνια μετά την υποχρεωτική εγκατάστασή τους στα Βαλκάνια και ενώ είχαν υποστεί τη Γενοκτονία από  τον τουρκικό εθνικισμό, αντιμετώπισαν τη ναζιστική κατοχή στη νέα τους πατρίδα. Προοδευτικοί και δημοκρατικοί εξ αρχής ως επί το πλείστον, άρχισαν  να εντάσσονται στην Αριστερά μετά την αντιπροσφυγική στροφή του Ελευθερίου Βενιζέλου και την οριστική απεμπόλιση των δικαιωμάτων τους με τη Συμφωνία της Άγκυρας του 1930.

Με την Κατοχή της Ελλάδας από τον Άξονα, θα βρεθούν στη πρώτη γραμμή της Αντίστασης. Θα πληρώσουν πανάκριβα τόσο την ταξική τους κατάσταση στη «μητέρα-πατρίδα», όσο και την πολιτική τους επιλογή. Κατά τον τρομακτικό λιμό, οι Μικρασιάτες πρόσφυγες στις ελλαδικές μεγαλουπόλεις θα πληρώσουν βαρύ «φόρο αίματος». Ως πρόσφυγες δεν διαθέτουν πρόσβαση στην ύπαιθρο και σε κάποιο χωριό για να καλύψουν έστω και στοιχειωδώς τις ανάγκες τους. Από την άλλη, εντάσσονται μαζικά στην Αντίσταση. Οι προσφυγικές γειτονιές -τα φαβέλας που δημιούργησε η «μητέρα-πατρίδα» μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή- θα μετατραπούν σε κάστρα του αγώνα και της Αντίστασης: Κοκκινιά, Καισαριανή, Καλλιθέα, Υμηττός, Βύρωνας……

Στις 28 Αυγούστου έγινε μπλόκο της Καλλιθέας και η πυρπόληση της προσφυγικής γειτονιάς των Άνω Παλαιών Σφαγείων.
Picture

Μαρτυρίες για το Μπλόκο της Καλλιθέας:

Ηταν μέρα Δευτέρα. Πριν ακόμα χαράξει, οι Γερμανοί, σε συνεργασία με Ελληνες ταγματασφαλίτες, γέμισαν την περιοχή των παλαιών σφαγείων, τον Δήμο Καλλιθέας μέχρι τη λεωφόρο Συγγρού. Ζήτησαν από τους άντρες, ηλικίας 14 έως 65 ετών, να συγκεντρωθούν στο γήπεδο της Καλλιθέας, λέγοντας ότι όποιος δεν πάει θα τον εκτελούσαν. Κι έτσι έγινε. Ενα παιδί που κρύφτηκε και το βρήκαν το σκότωσαν.Στο γήπεδο που συγκεντρωθήκαμε ήταν ένας μασκοφόρος που υποδείκνυε στους Γερμανούς όποιον αναγνώριζε ότι ήταν στην ΕΑΜ και στην ΕΠΟΝ, βάζοντάς τους το πιστόλι στον κρόταφο.

Σκότωσαν 30 ανθρώπους, 22 εκτελέστηκαν στο γήπεδο και 8 στους δρόμους πριν προλάβουν να φτάσουν εκεί.

Ημουνα 16 χρόνων τότε. Γλίτωσα γιατί με είχαν πιάσει νωρίτερα από την «κομαντατούρα» κι εκείνες τις μέρες με είχαν αφήσει επειδή ήμουν ανήλικο κι έτσι δεν με γνώριζε ο μασκοφόρος.

Οι φασίστες δεν χόρτασαν με το αίμα που χύθηκε στο γήπεδο. Συνέχισαν κάνοντας πλιάτσικο στα νοικοκυριά και μετά τα έκαψαν.

Ολη τη μέρα, όλοι έκλαιγαν για τον χαμό των παιδιών τους. Παρ όλα αυτά η Αντίσταση δεν υποτάχθηκε. Από τον λόφο της Κοίλης ακούστηκε η φωνή της Αντίστασης: «Η λευτεριά πλησιάζει». Πράγματι η πατρίδα λευτερώθηκε ύστερα από 45 μέρες. Αυτά τα πράγματα, όμως, δεν ξεχνιούνται. Εκεί έμαθα τι θα πει παλικαριά».
Picture

…Το ολοκαύτωμα της οδού Μπιζανίου δεν ήταν το τελευταίο γεγονός που ταρακούνησε την Καλλιθέα. Εγινε και το άλλο, το τρομερότερο.

Η Καισαριανή είναι ξεσηκωμένη. Το Δουργούτι το ίδιο. Η Κοκκινιά έχει γράψει την ιστορία της και συνεχίζει. Το Κατσιπόδι, ο Βύρωνας, το Μπαρουτάδικο, οι Ποδαράδες, το Περιστέρι. Ολες οι φτωχογειτονιές της Αθήνας πληρώνουν τίμημα βαρύ και πολεμούν. Μέσα σ’ αυτές συνοδοιπόρος και μπροστάρισσα η Καλλιθέα. Με τα Παλιά Σφαγεία, το συνοικισμό Χαροκόπου, την Αγιά-Λεούσα, τις Τζιτζιφιές.

Αύγουστος ήταν στις 28 του ‘44. Δευτέρα ξημερώματα. Κίνησε ο πατέρας από βαθιά χαράματα να πάει στη δουλειά και πριν ο ήλιος βγει γύρισε πίσω. «Τι συμβαίνει και ξαναγύρισε;». Εκανε με τρόμο η Μάνα. Τότε εκείνος ξεστόμισε την πιο φρικτή λέξη, που όλοι ακούγαμε, όλοι φοβόμασταν κι όλοι περιμέναμε… Μπλόκο!!!

Ολάκερη η Καλλιθέα μπλοκαρισμένη. Από Λεωφ. Συγγρού μέχρι γραμμές ηλεκτρικού κι από τη γέφυρα Κουκακίου μέχρι παραλία. Δεν άργησαν να μπουκάρουν στη γειτονιά. Πλημμύρισε ο τόπος φέσι, φουστανέλα και προστυχόλογα. Ενα χωνί στην πλατεία ουρλιάζει και σπέρνει τρόμο και πανικό… Ολοι οι άντρες από 14 χρόνων κι επάνω να συγκεντρωθούν γρήγορα στο γήπεδο της ΑΕ Καλλιθέας».
Φώναξαν καμιά δεκαπενταριά φορές και μετά άρχισαν τα γιουρούσια στα σπίτια. Τραβολογούν και δέρνουν. Βάζουν τον υποκόπανο μπροστά, χτυπάνε στα πλευρά και σπρώχνουν. Δεν αφήνουν γωνιά που να μην ψάξουν. Αλίμονο σ’ όποιον έκανε την κουτουράδα να προσπαθήσει να κρυφτεί για να ξεφύγει. Σαν σκυλί τον ξαπλώνουν στον τόπο. Οι Γερμανοί αφ’ υψηλού ελέγχουν το έργο. Ευχαριστημένοι που οι υποτελείς κάνουν καλή δουλειά.

Πριν πάρει μεσημέρι ντουμάνιασε ο τόπος. Πυκνές τούφες καπνού σκουραίνουν τον ουρανό. Αμέσως το φρικτό μαντάτο. Τα Σφαγεία καίγονται. Το 5ο Δημ. Σχολείο καίγεται. Μαυροφορεμένες γυναίκες με ξέμπλεκα μαλλιά παίρνουν το δρόμο ξεφωνίζοντας. Η κάπνα κατέβηκε χαμηλά και νύχτωσε αυγουστιάτικα, μέρα μεσημέρι. Πάνω στη Δεξαμενή οι ταγματασφαλίτες απολαμβάνουν το θέαμα, πετώντας τα φέσια τους ψηλά. Βαράνε στον αέρα.

Καταμεσήμερο και ο ήλιος πάνω από τα κεφάλια σε τσουρουφλίζει. Είναι όλοι ανακούρκουδα καθισμένοι και ξεφυσάνε. Τα χείλη σκασμένα για μια στάλα νερό. Η αγωνία του θανάτου μέσα από το βλέμμα του καταδότη με την κουκούλα τσακίζει τα πρόσωπά τους. Ενα τσιγάρο στόμα το στόμα, ρουφηξιά τη ρουφηξιά, μοναδική παρηγοριά.

Με το σούρουπο πήραν οι άντρες να γυρίζουν πίσω. Είκοσι δύο παλικάρια, όμως, δεν ξαναγύρισαν σπίτι τους… Είκοσι δύο μάνες ξεραμένες στο κεφαλόσκαλο δεν άνοιξαν την αγκαλιά τους. Είκοσι δύο παλικάρια έμειναν για πάντα εκεί, Δοϊράνης και Μαντζαγριωτάκη γωνία, σπορά και θεμέλιο για έναν κόσμο ελεύθερο και ειρηνικό που πίστεψαν πως θα ‘ρθει..!

Βασίλης ΛΙΟΓΚΑΡΗΣ, «Ριζοσπάστης», 26-8-2005

 

...