Μέχρι και 62 δισ. μπορεί να φτάσει το κόστος μετάβασης στο κεφαλαιοποιητικό σύστημα, εφόσον ισχύσουν οι δεσμεύσεις Τσακλόγλου για τήρηση της συνταγματικής αρχής της ισότητας ανάμεσα σε παλαιούς και νέους ασφαλισμένους ● Επιβάρυνση χρέους και προϋπολογισμού προς όφελος ιδιωτικών ασφαλιστικών εταιρειών.

Με διαδικασίες εξπρές, εν μέσω θέρους και πανδημίας, και προτού αποκατασταθεί η κανονικότητα στη λειτουργία της αγοράς εργασίας, το υπουργικό Συμβούλιο ανάβει αύριο, Τετάρτη, το πράσινο φως για την έξοδο των νέων, μετά την 1/1/22, ασφαλισμένων (κι όσων άλλων έως 35 ετών επιθυμούν) από το αναδιανεμητικό σύστημα επικουρικών συντάξεων που ισχύει σήμερα, προκειμένου να ενταχθούν σε ένα νέο σύστημα πλήρους κεφαλαιοποίησης των εισφορών. Το νομοσχέδιο θα παρουσιαστεί την Πέμπτη σε συνέντευξη Τύπου από τον Κ. Χατζηδάκη.

Ο επικείμενος μετασχηματισμός που θα οδηγήσει αυτομάτως και στη δημιουργία του νέου επικουρικού φορέα με νέα διοίκηση, θα τεθεί σε διαβούλευση και θα προωθηθεί στη Βουλή για να ψηφιστεί μέχρι τις 20 Ιουλίου και να τεθεί σε πλήρη λειτουργία έως τα τέλη του 2021.

Με το εγχείρημα του κεφαλαιοποιητικού συστήματος να συναντά σοβαρές αντιδράσεις κυρίως για συνταγματικούς και δημοσιονομικούς λόγους, ο πανεπιστημιακός Πάνος Τσακλόγλου και ένας από τους συντάκτες της έκθεσης Πισσαρίδη, που τοποθετήθηκε από την κυβέρνηση Μητσοτάκη στο Εργασίας ως υφυπουργός για να ολοκληρώσει το εγχείρημα της κεφαλαιοποίησης, θα πρέπει τώρα να αποδείξει στην ελληνική κοινωνία ότι δεν θα είναι αυτή που θα επωμιστεί την επιβάρυνση των δημόσιων οικονομικών με το αποκαλούμενο κόστος μετάβασης στο νέο κεφαλαιοποιητικό σύστημα.

Ενα κόστος που, σύμφωνα με έγκυρους αναλυτές της κοινωνικής ασφάλισης (Σ. Ρομπόλης) υπολογίζεται στο ποσόν των 62 δισ. ευρώ, εφόσον ισχύσουν οι πρόσφατες δεσμεύσεις του κ. Τσακλόγλου για τήρηση της αρχής της ισότητας ανάμεσα σε παλαιούς και νέους ασφαλισμένους, προκειμένου να αρθούν εμπόδια περί συνταγματικότητας.

Υπενθυμίζεται ότι σύμφωνα με το σχέδιο η κεφαλαιοποιητική επικουρική ασφάλιση θα διαφοροποιείται από την κύρια και τη σημερινή επικουρική ασφάλιση με ευνοϊκότερους όρους, καθώς ο ασφαλισμένος στο κεφαλαιοποιητικό σύστημα θα μπορεί να λάβει επιστροφή των εισφορών και μάλιστα αποπληθωρισμένων, εάν έχει λιγότερα από 15 έτη ασφάλισης.

Μια τέτοια δέσμευση που φυσικά αποσκοπεί να κάνει απόλυτα φιλικό στους νέους το νέο σύστημα ιδιωτικών συντάξεων, καθώς και μια σειρά υποσχέσεις ανάλογης εύνοιας που θα μειώνουν τον φόβο για τους επενδυτικούς κινδύνους που έχει η τοποθέτηση των ασφαλιστικών κεφαλαίων σε επενδυτικά προϊόντα, τα οποία θα διαχειριστούν ιδιωτικές εγχώριες και ξένες εταιρείες, προσκρούει στη συνταγματική δέσμευση της θεμελιώδους αρχής της ισότητας που διέπει την κοινωνική ασφάλιση. Οι ευνοϊκές ρυθμίσεις θα πρέπει να ισχύσουν και για τους παλαιούς ασφαλισμένους.

Υπό αυτήν την έννοια η επικείμενη ασφαλιστική μεταρρύθμιση μπορεί μεν να αποτελεί τη δεύτερη (μετά τους νόμους Σιούφα/Σουφλιά στις αρχές της δεκαετίας του ’90) σημαντικότερη παρέμβαση των κυβερνήσεων της Ν.Δ. στο σύστημα κοινωνικής ασφάλισης, (με όλες τις αρνητικές συνέπειες που είχαν για το ύψος των συντάξεων των νέων ασφαλισμένων), όμως ενδέχεται να αποδειχτεί και η μοναδική στο είδος της. Διότι αντί να συμβάλει στη βελτίωση των δημόσιων οικονομικών μέσα από την αντιμετώπιση του δημογραφικού –το οποίο ή ίδια η κυβέρνηση επικαλείται ότι θέλει να εξομαλύνει με τη δημιουργία κεφαλαιοποιητικού συστήματος- θα οδηγήσει εν τέλει σε τρομακτική επιβάρυνση τον κρατικό προϋπολογισμό και το δημόσιο χρέος προς όφελος μιας μεγαλύτερης πίτας για τις ιδιωτικές ασφαλιστικές εταιρείες.

efsyn