Υπάρχει μια λεπτή γραμμή που συνδέει την υπόθεση Λιγνάδη (στο σκέλος των πολιτικών ευθυνών), τη θηριώδη άσκηση αστυνομικής βίας κατά φοιτητών του ΑΠΘ και την απεργία πείνας και δίψας του Δημήτρη Κουφοντίνα. Μια λεπτή γραμμή που στην αφετηρία της έχει την πολιτική πυγμής, τον ιδεολογικά φορτισμένο τιμωρητισμό, την πολιτική που διαστρεβλώνει την πραγματικότητα, αδιαφορεί για τις κοινωνικές αντιδράσεις, καταφεύγει στην καταστολή με περισσή ευκολία. Μια λεπτή γραμμή που στοχεύει στο να εμπεδωθεί στην ελληνική κοινωνία μια διαφορετική αξιακή ιεραρχία, «κομμένη και ραμμένη» στα μέτρα της συντηρητικής ατζέντας της κυβέρνησης.

Σε μια πρώτη ανάγνωση, θα έλεγε κανείς πως αυτή η προσπάθεια αποδίδει. Γιατί το συγκεκριμένο αφήγημα -κάτω και από τις ιδιαίτερες συνθήκες που προκαλεί η πανδημία, με ό,τι αυτό συνεπάγεται είτε στο επίπεδο της ενσώματης διαμαρτυρίας είτε στα αποθέματα ψυχολογικών αντοχών (απόρροια, μεταξύ άλλων και της οικονομικής δυσπραγίας)– ξεδιπλώνεται (και τροφοδοτεί) σε μια κοινωνία που, για λόγους που δεν είναι του παρόντος να αναλυθούν, εμφανίζει τάσεις συντηρητικοποίησης.

Με απόλυτο ρεαλισμό, οφείλουμε να παραδεχθούμε πως υπάρχει ένα μέρος συμπολιτών και συμπολιτισσών μας που δεν αναγνωρίζει δικαιώματα στους κρατούμενους και που θεωρεί την ενασχόληση με την υπόθεση των δικαιωμάτων, συνολικά, ως ελιτίστικη πολυτέλεια. Που επικροτεί τη βίαιη καταστολή των όποιων διαφωνούντων. Που θεωρεί ότι μια υπόθεση σεξουαλικής βίας και εκμετάλλευσης δεν μπορεί να έχει και πολιτικές διαστάσεις.

 

Εκεί πατά

 

Σε αυτό λοιπόν το έδαφος πατά η κυβέρνηση της ΝΔ. Και στην αδυναμία της να παραγάγει πραγματική πολιτική –ή σωστότερα, γνωρίζοντας τις επιπτώσεις της πολιτικής που παράγει για τη μεγάλη πλειοψηφία του ελληνικού λαού και στις δυνητικές αντιδράσεις που αυτή μπορεί να προκαλέσει– συμπεριφέρεται σαν να θέλει να δοκιμάσει τα όρια του κοινωνικού συντηρητισμού και της αυθαιρεσίας. Συνεχίζει έτσι να αυθαιρετεί, όχι μόνο με την ανοχή αλλά συχνά-πυκνά και με τις ευλογίες ενός μέρους της κοινωνίας που μπερδεύει την ασφάλεια με τον αυταρχισμό, τα δικαιώματα με τα προνόμια, τη δικαιοσύνη με την εκδίκηση, το χρέος με την επιλογή. Και από τους οποίους αντλεί (η κυβέρνηση) την άνεση να αποβάλει προκλητικότατα την ανάγκη της νομιμοποίησής της και το κέλυφος του κράτους δικαίου, για να επιδείξει τον σκληρό πυρήνα της που δεν είναι άλλος από τον αυταρχισμό.

 

Ας μην υπάρχουν ψευδαισθήσεις : η αποτυχημένη διαχείριση από το δεύτερο κυρίως κύμα της πανδημίας και μετά, δεν σημαίνει ότι η κυβέρνηση της ΝΔ είναι άχρηστη ή ανίκανη. Γι’ αυτό και μια αντιπολιτευτική ρητορική που εστιάζει σε τέτοιου είδους επιχειρήματα, δεν φέρνει «πόντους». Η ΝΔ είναι απολύτως χρήσιμη για τα κοινωνικά και ταξικά συμφέροντα που εκπροσωπεί και ως μια τέτοια, συγκροτημένη και με επεξεργασμένο σχέδιο δύναμη θα πρέπει να αντιμετωπίζεται.

 

Διαχωριστική γραμμή

 

Κάπου εδώ λοιπόν αναδύεται, εκ νέου, η διαχωριστική γραμμή. Γιατί όσο κι αν φαίνεται απενεργοποιημένο το διαιρετικό σχήμα «Δεξιά-Αντιδεξιά», η Ιστορία έχει αποδείξει πως τις φορές που η Κεντροαριστερά ή η Αριστερά βγήκε στον αφρό, αυτό το σχήμα επανεργοποιήθηκε. [Για την ιστορία, οι πολιτικοί όροι «Δεξιά» και «Αριστερά» γεννήθηκαν μετά τη Γαλλική Επανάσταση του 1789, όταν οι βουλευτές της Εθνοσυνέλευσης που ήταν με τους επαναστάτες κάθισαν στην αριστερή πλευρά της αίθουσας ενώ εκείνοι που υποστήριζαν το παλαιό καθεστώς της μοναρχίας και του ανώτατου κλήρου συγκεντρώθηκαν στη δεξιά πλευρά.] Συχνά-πυκνά αυτός ο διαχωρισμός χαρακτηρίζεται παρωχημένος. Είναι όμως έτσι; Είκοσι μήνες μετά την εκλογική της νίκη, η ΝΔ είναι το ζωντανό παράδειγμα που αποδεικνύει πως όχι μόνο δεν εξέλειπαν οι λόγοι αυτού του διαχωρισμού αντιθέτως η πολιτική που εφαρμόζει επιβεβαιώνει το γιατί αυτός ο διαχωρισμός εξακολουθεί να υφίσταται.

Γράφει, το 1991, στον επίλογο του βιβλίου του Πολίτης Χωρίς Πόλη (εκδόσεις Καστανιώτη) ο Γιώργος Βότσης : «αμετανοήτως αριστερά λοιπόν. Από ευαισθησία. Από αγωνία. Από εγρήγορση. Από αγάπη για τον άνθρωπο και τη ζωή. Διότι δεξιά είναι μονίμως η εξουσία – πολιτική εξουσία, εξουσία του πλούτου, των όπλων, της γνώσης, του λόγου».

Δεν υπήρχε από την αρχή καμία ψευδαίσθηση πως πολιτική προτεραιότητα της ΝΔ θα ήταν να φροντίσει και να προστατεύσει τους λίγους και εκλεκτούς. Και πως πρώτος στόχος της θα ήταν να φτιάξει το δικό της κομματικό κράτος. Αυτό που, ενδεχομένως, αποτέλεσε έκπληξη ήταν το ότι το κάνει τόσο κραυγαλέα, τόσο ξεδιάντροπα. Πώς, χωρίς καμία απολύτως αναστολή, προχωρά σε νομοθέτηση επιλογών προστασίας της ανομίας και της διαφθοράς «ημετέρων» αλλά και πόσο αναίσχυντα προχωρά στη θεωρητικοποίηση της καταστολής και του αυταρχισμού. Πώς το έλεγε ο Μ.Βορίδης; «Την αναγκαστικότητα του ξύλου και της βίας απέναντι στους πολίτες». Η κατάλυση του κράτους δικαίου (με ορατό τον κίνδυνο του θανάτου) και μια αλαζονική επίδειξη ισχύος –ανάμεικτη με μια διάθεση ρεβανσισμού– στην περίπτωση του απεργού πείνας και δίψας Δημήτρη Κουφοντίνα, η κεντρική κυβερνητική επιλογή να έχει αναχθεί ο υπουργός προστασίας του πολίτη σε ραχοκοκαλιά της κυβέρνησης, η απόπειρα ολοκληρωτικού ελέγχου της ενημέρωσης, η συστηματική αποφυγή ανάληψης οποιασδήποτε πολιτικής ευθύνης – με τελευταίο, κραυγαλέο παράδειγμα την υπόθεση Μενδώνη-Λιγνάδη αλλά και οι προκλητικές για το κοινό αίσθημα πρωθυπουργικές εμφανίσεις εν μέσω πανδημίας, είναι μερικά μόνο από τα παραδείγματα που στοιχειοθετούν το γιατί ο διαχωρισμός Δεξιά-Αριστερά παραμένει ζωντανός. Και γιατί η Αριστερά, εξαιτίας ακριβώς και αυτού του διαχωρισμού, οφείλει να καλλιεργήσει στους πολίτες αντανακλαστικά συλλογικής δράσης, να ακούσει τη φωνή του δρόμου, να μετέχει στους αγώνες και στα κινήματα και να δουλέψει με ρεαλιστικό σχέδιο και προτάσεις για την επόμενη της πανδημίας – πολύ δύσκολη – μέρα.

 

 

 

ΕΠΟΧΗ