Ο Παντελής Γκολίτσης είχε τη χαρά (και σε έναν βαθμό την ατυχία) να δει τα δύο πρώτα ελληνικά βιβλία του να κυκλοφορούν από διαφορετικούς εκδοτικούς οίκους μέσα στην ίδια εβδομάδα. Τρεις πραγματείες του Αριστοτέλη με δική του επιμέλεια, δηλαδή νέα έκδοση του αρχαίου κειμένου, μετάφραση και σχολιασμό.

Δύο πρώτες παρατηρήσεις.

Και τα δύο βιβλία, παρά τις αυξημένες απαιτήσεις τους, είναι εκδοτικά επιτεύγματα. Επιβεβαιώνουν την πεποίθηση ότι το ελληνικό βιβλίο, ως υλικό προϊόν, και όλοι οι συντελεστές του (εκδότες, επιμελητές, σχεδιαστές) βρίσκονται σε πολύ υψηλό επίπεδο, σαφώς ανώτερο από το αναγνωστικό κοινό στο οποίο απευθύνονται.

Ο Παντελής Γκολίτσης, καθηγητής αρχαίας και μεσαιωνικής φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, αποτελεί σπάνιο υβρίδιο στον ελληνικό ακαδημαϊκό χώρο. Επαρκής κλασικός φιλόλογος, που μπορεί να εκδώσει ένα αρχαίο κείμενο με αντιπαραβολή χειρογράφων και σύνταξη κριτικού υπομνήματος, και φιλόσοφος, που είναι σε θέση να ερμηνεύσει με τόλμη και πρωτοτυπία ιδιαίτερα δύσκολα αρχαία φιλοσοφικά κείμενα.

Οι δύο σύντομες «περί ζώων» πραγματείες του Αριστοτέλη (Περί πορείας ζώων, Περί ζώων κινήσεως) εκδίδονται σε ενιαίο τόμο – ο έβδομος στη σειρά των Απάντων του Αριστοτέλη από τις εκδόσεις Νήσος. Μελετούν την κίνηση των εμβίων όντων και θεωρούνται συμπληρωματικές των δύο κύριων βιολογικών συγγραμμάτων του Αριστοτέλη, του Περί ζώων μορίων και του Περί ζώων γενέσεως. Ωστόσο, παρά τον παρόμοιο τίτλο τους (οι τίτλοι των συγγραμμάτων του Αριστοτέλη είναι άλλωστε μεταγενέστεροι), αποτελούν δύο αρκετά διαφορετικά κείμενα. Το Περί πορείας ζώων εξετάζει τον τρόπο κίνησης των ζώων από φυσιολογική και ανατομική σκοπιά, και σωστά εντάσσεται στα βιολογικά έργα του Αριστοτέλη. Το Περί ζώων κινήσεως όμως αφορά κυρίως τον άνθρωπο, και μάλιστα τις ψυχικές του λειτουργίες. Εδώ το ερώτημα του Αριστοτέλη είναι ποια ψυχική δύναμη κινητοποιεί έναν εξελιγμένο οργανισμό και η απάντησή του είναι η «όρεξις», που στα νέα ελληνικά σωστά αποδίδεται ως επιθυμία, και ο νους. Ο Γκολίτσης διατυπώνει την εύλογη εικασία ότι η θέση της πραγματείας μάλλον είναι στα Μικρά φυσικά του Αριστοτέλη, που συμπληρώνουν το Περί ψυχής εξετάζοντας παράπλευρες λειτουργίες της. Πολύ σημαντικό στοιχείο της έκδοσης το νέο αρχαίο κείμενο του Περί ζώων κινήσεως, που οφείλουμε στον καθηγητή του Πανεπιστημίου του Μονάχου O. Primavesi και εκδίδεται για πρώτη φορά.

Πολύ πιο φιλόδοξο είναι το δεύτερο βιβλίο του Γκολίτση, αφού ασχολείται με ένα από τα πιο κεντρικά, δύσκολα και αμφιλεγόμενα κείμενα του Αριστοτέλη, το βιβλίο Λ από τα Μετά τα φυσικά (με τα γράμματα του ελληνικού αλφαβήτου αριθμούνται διεθνώς τα 14 βιβλία των Μετά τα φυσικά του Αριστοτέλη). Και πάλι ο Γκολίτσης εκδίδει εκ νέου το αρχαίο κείμενο και το συνοδεύει με εισαγωγή, μετάφραση και αναλυτικό σχολιασμό.

Στο Λ ο Αριστοτέλης εξετάζει τα τρία είδη των «ουσιών», που αντιστοιχούν στα τρία είδη των όντων: τα αισθητά φθαρτά όντα, τα αιώνια ουράνια σώματα και τα νοητά όντα. Αλλά το Λ είναι κυρίως γνωστό, γιατί εδώ βρίσκει κανείς τη μοναδική αναφορά στο εκτεταμένο αριστοτελικό corpus στον Θεό. Ετσι το κείμενο αυτό αποτέλεσε και το διαβατήριο του Αριστοτέλη στην ξεχωριστή του μοίρα ανάμεσα στους πολιτισμούς. Αν έλειπαν οι 2-3 σελίδες που ο Αριστοτέλης αφιερώνει στον Θεό, δεν θα ήταν δυνατόν ένας φιλόσοφος που δεν πιστεύει ούτε στη δημιουργία του κόσμου ούτε στην αθανασία της ψυχής ούτε στην πρόνοια του Θεού να γινόταν αποδεκτός στο Βυζάντιο, στους Αραβες και στον Δυτικό Μεσαίωνα.

«Θεός» χαρακτηρίζεται από τον Αριστοτέλη η αρχή που προσδίδει κίνηση στο σύμπαν, το περίφημο Πρώτο Κινούν Ακίνητο, την αναγκαιότητα της ύπαρξης του οποίου έχει αποδείξει στα Φυσικά. Το κλειστό γεωκεντρικό σύμπαν του Αριστοτέλη περικλείεται από τη σφαίρα των απλανών αστέρων, που βρίσκεται σε αιώνια κίνηση και μεταδίδει την κίνησή της στο εσωτερικό του κόσμου. Ο συνδυασμός αυτής της κίνησης με τις αυτόνομες κινήσεις των πλανητών, και κυρίως του Ηλιου, παράγει στον επίγειο χώρο τις εποχές, την πανίδα και τη χλωρίδα, τον κύκλο της γέννησης και της φθοράς, δίνοντας τελικά στη φύση μια τάξη. Για να κινηθεί όμως ο ουρανός χρειάζεται ένα κινητικό αίτιο, που θα είναι κατ’ ανάγκην ακίνητο, για να μη συνεχιστεί επ’ άπειρον η αλυσίδα της μετάδοσης των κινήσεων. Η αέναη λοιπόν μεταβολή του κόσμου οφείλεται στην ύπαρξη και την επίδραση μιας ανεξάρτητης οντότητας, παντελώς αμετάβλητης και άυλης, μιας καθαρής ενέργειας, η οποία, αφού απαλλαγμένη από ύλη, δεν μπορεί παρά να είναι νοητή. Στο Λ των Μετά τα φυσικά η οντότητα αυτή ονομάζεται «Θεός».

Ο Αριστοτέλης δεν περιορίζεται στο να ονομάσει το Κινούν Ακίνητο «Θεό», αλλά του προσδίδει και αρκετά (θετικά) κατηγορήματα. Είναι «επιθυμητό», «άριστο» και αύταρκες ον, που ζει μια αιώνια ζωή ήδιστης θεωρίας. Και ως ανεξάρτητη και αυτοδύναμη αρχή, νοεί η ίδια τον εαυτό της, είναι «νόησις νοήσεως». Παρόμοια περιγραφή δεν υπάρχει σε άλλο αριστοτελικό κείμενο. Αλλά και ο τρόπος γραφής του κειμένου, η γλαφυρότητά του και ο υμνητικός του τόνος, διαφέρει από το συνηθισμένο στεγνό ύφος του Αριστοτέλη. Είναι εύλογο λοιπόν ότι η ερμηνεία του έχει διχάσει και εξακολουθεί να διχάζει τους αριστοτελιστές.

Ετσι, μια ομάδα μελετητών υποβαθμίζει τη σημασία του Λ, θεωρώντας το νεανικό και πλατωνικό, κατώτερο ως προς την αποδεικτική του συλλογιστική από τα κεντρικά βιβλία των Μετά τα φυσικά, όπου αναπτύσσεται η αριστοτελική «πρώτη φιλοσοφία». Στον αντίποδα, μια άλλη ομάδα θεωρεί το Λ το επιστέγασμα της αριστοτελικής μεταφυσικής (που είναι κατ’ ουσίαν «θεολογία», όπως έχει προδιαγραφεί από τις πρώτες σελίδες του βασικού συγγράμματος του Αριστοτέλη).

Ο Γκολίτσης εντάσσεται στη δεύτερη κατηγορία μελετητών. Θα έλεγε μάλιστα κανείς ότι ωθεί την ερμηνευτική του γραμμή στα όριά της. Κρατά το Πρώτο Κινούν Ακίνητο εντελώς επέκεινα του κόσμου, ως υπερβατική τελική αιτία του παντός, ως το «Αγαθό καθαυτό» όπως το αποκαλεί, και αποδίδει, σε αντίθεση με την πλειονότητα των ερμηνευτών, τα κατηγορήματα που συνδέονται με την αγαθή ζωή στον Ουρανό. Ο αριστοτελικός ουρανός είναι ένα έμψυχο σύμπαν για τον Γκολίτση, αφού «νόες» κινούν τις ψυχές των άστρων και των πλανητών, και μέσω της τελικής αιτιότητας του Αγαθού, προσδίδουν τάξη στον κόσμο. Ο Αριστοτέλης δείχνει να διατηρεί ουσιαστικά στοιχεία από την πλατωνική μαθητεία του, ενώ γίνεται και η γέφυρά μας για τον Πλωτίνο.

Παρότι η ερμηνεία του Γκολίτση φαίνεται σε πρώτη ματιά ακραία, το σημαντικό είναι ότι στηρίζεται σε εξαντλητική τεκμηρίωση, επιδέξια επιχειρηματολογία και πλήρη γνώση του αριστοτελικού έργου. Μακάρι να αποτελέσει αφορμή για ουσιαστική συζήτηση.

efsyn