Θα ήθελα πριν δώσω κάποιες απαντήσεις στον κ. Μητσοτάκη, τουλάχιστον να αποκαταστήσουμε πάνω σε τι διαφωνούμε και ποια είναι τα στοιχεία τα οποία παραθέτουμε στον δημόσιο διάλογο. Ο κ. Μητσοτάκης επανέλαβε κάποια επιχειρήματα τα οποία έχει καταθέσει στο δημόσιο διάλογο και η υπουργός Παιδείας κ. Κεραμέως, τα οποία επιχειρήματα δεν ευσταθούν σε ό,τι αφορά τα στοιχεία. Έφερε για άλλη μια φορά έναν πίνακα ο οποίος δείχνει ότι η χώρα μας είναι με το μικρότερο ποσοστό αποφοίτων σε σχέση με τους εισακτέους σε όλη την Ευρωπαϊκή Ένωση. Όμως, αυτά τα στοιχεία αφορούν όλους τους φοιτητές που έχουν εγγραφεί σε δημόσια ανώτατα και τεχνολογικά εκπαιδευτικά ιδρύματα στη χώρα από το 1980 και μετά.

Δευτερολογία του προέδρου του ΣΥΡΙΖΑ – Προοδευτική Συμμαχία, Αλέξη Τσίπρα, στη Βουλή για το νομοσχέδιο του Υπουργείου Παιδείας και Θρησκευμάτων

 

Αντιθέτως, κύριε Μητσοτάκη, εγώ θα σας καταθέσω σήμερα κάποια πιο πρόσφατα στοιχεία, τα οποία θαρρώ πως δεν θα είναι εύκολο να τα αμφισβητήσετε διότι έχουν τη σφραγίδα της Τράπεζας της Ελλάδας και του κ. Στουρνάρα, τον οποίον φαντάζομαι ότι εκτιμάτε διότι ανανεώσατε και τη θητεία του.

Η Τράπεζα της Ελλάδος, λοιπόν, με έκθεσή της αποτυπώνει έρευνα που έγινε το 2019 -και θα την καταθέσω στα Πρακτικά- όσον αφορά το ποσοστό όσων δεν ολοκληρώνουν τις σπουδές τους στη χώρα. Και μάλιστα δίνει και ένα διάγραμμα λέγοντας ότι είναι ενθαρρυντικό στοιχείο η πάρα πολύ σημαντική μείωση αυτού του ποσοστού των νέων ηλικίας 18 έως 24 ετών που δεν ολοκληρώνουν τις σπουδές τους. Έχει πέσει από 14,2% το 2009 σε μόλις 4,7% το 2018, όταν στην Ευρωπαϊκή Ένωση των «28» αυτό είναι στο 10,6% – αυτά είναι στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος – για νέους, επαναλαμβάνω, 18 έως 24 ετών.

Εσείς, λοιπόν, έρχεστε εδώ με τη λαθροχειρία κάποιων ανθρώπων που από το ‘80 και μετά – σήμερα μπορεί να είναι 40, 50, 60 χρόνων – για διάφορους λόγους είτε δυσκολιών στη ζωή τους είτε επιλογών στη ζωή τους άφησαν το πανεπιστήμιο. Έρχεστε και τους αθροίζετε, για να βγάλετε ένα επιχείρημα βγαλμένο από την κοιλιά σας, όταν – επαναλαμβάνω και ελπίζω να μην αμφισβητήσετε τα στοιχεία που σας παραθέτω, είναι επίσημα στοιχεία, στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος – τα στοιχεία λένε ότι είμαστε την τελευταία διετία, ευτυχώς, καλύτερα από τον μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης στις ηλικίες που μας ενδιαφέρουν, 18 έως 24 ετών. Το καταθέτω στα Πρακτικά.

Όπως επίσης θα ήθελα να καταθέσω στον δημόσιο διάλογο, στη συζήτηση που κάνουμε και ποια είναι και η κατεύθυνση που δίνεται σήμερα στην Ευρωπαϊκή Ένωση, γιατί είπατε πως εσείς πιστεύετε πως ένας νέος άνθρωπος δεν έχει κανένα νόημα να μπαίνει σε μια σχολή αν δεν έχει γράψει καλά. Αμφισβητήθηκε το επιχείρημά σας ότι δεν τελειώνει το πανεπιστήμιο, ότι δεν παίρνει το πτυχίο, αλλά ισχυριστήκατε ότι είναι δώρον άδωρον να πάρει ένα πτυχίο το οποίο ενδεχομένως δεν θα είναι της ίδιας αξίας στην αγορά εργασίας με ένα πτυχίο μιας σχολής προβεβλημένης, ενδεχομένως και πιο ουσιαστικής εκπαιδευτικής διαδικασίας, στις μεγάλες σχολές της χώρας μας, στο Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο, το Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο, το Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο. Δεν είναι έτσι.

Εν πάση περιπτώσει, σας καταθέτω εδώ το εξής, πάλι να συγκρίνουμε ποσοστά, τουλάχιστον να ξέρουμε σε τι διαφωνούμε. Στην ηλικία 25 ως 34 ετών το 43,7% του πληθυσμού αυτού στη χώρα μας είναι απόφοιτοι πανεπιστημίου έναντι του 40,1%, του μέσου όρου στην Ευρώπη. Στην Ελλάδα είναι 43,7%, στην Ευρώπη είναι 40,1%, μέσος όρος. Είναι τόσο μεγάλη η διαφορά; Και εν τοιαύτη περιπτώσει, εγώ δεν θεωρώ πρόβλημα, μειονέκτημα, θεωρώ πλεονέκτημα ότι η χώρα μας έχει νέους ή εν πάση περιπτώσει στην κρίσιμη ηλικία των 25 ως 34 ετών, νέους ανθρώπους που έχουν κατάρτιση, γνώσεις, σπουδές, πανεπιστημιακούς τίτλους.

Το ανθρώπινο κεφάλαιο της χώρας μας είναι ανταγωνιστικό πλεονέκτημα. Οι νέοι που έχουν γνώσεις είναι ανταγωνιστικό πλεονέκτημα και πρέπει να το αξιοποιήσουμε αυτό το πλεονέκτημα. Το πρόβλημα είναι ότι φεύγουν κατά χιλιάδες στο εξωτερικό, με την οικονομική κρίση, με τις μνημονιακές πολιτικές που επιβλήθηκαν τα τελευταία χρόνια. Αυτό είναι το πρόβλημα, ότι στελεχώνουν την παραγωγική μηχανή, την παραγωγική δομή άλλων κρατών και όχι τη δική μας, ενώ τους έχουμε εκπαιδεύσει στα δικά μας δημόσια πανεπιστήμια. Δεν είναι το πρόβλημα ότι τους εκπαιδεύουμε όμως, δεν είναι το πρόβλημα ότι αποκτούν γνώσεις, δεν είναι πρόβλημα η ιδιαιτερότητα της ελληνικής οικογένειας, κάθε ελληνικής οικογένειας που έχει ως αυταξία τη γνώση και θέλει τα παιδιά της να σπουδάσουν. Ναι, γνωρίζω ότι δεν είναι το ίδιο που συνέβαινε τη δεκαετία του ‘70 και του ‘60 ή και του ‘80 ακόμα, που υπήρχε αυτή η κοινωνική κινητικότητα και πράγματι ήξερε κανείς, κάθε ελληνική οικογένεια ότι αν το παιδί σπουδάσει γιατρός, δικηγόρος ή μηχανικός αυτομάτως θα υπάρξει μία αναδιανομή, θα έλεγε κανείς, μια κινητικότητα, δηλαδή θα αλλάξει κοινωνική διαστρωμάτωση το παιδί και η οικογένεια. Κι έτσι έγινε. Έτσι έγινε και τη δεκαετία του ‘60 και του ‘70.

Οι γονείς των περισσοτέρων από εμάς ήταν παιδιά αγροτών, κτηνοτρόφων και σπούδασαν. Ή και πολλοί από όσους είναι σ’ αυτή εδώ την Αίθουσα, που ήταν παιδιά αγροτών, κτηνοτρόφων, εν πάση περιπτώσει εργατών, σπούδασαν με την αξία τους, αλλάξαν κοινωνικό περιβάλλον. Η κοινωνική κινητικότητα, την οποία είπατε. Όμως, σήμερα πράγματι έχουν αλλάξει οι εποχές. Δεν είμαστε σ’ αυτή την εποχή, διότι σήμερα δεν σου διασφαλίζει ένα διαφορετικό εισόδημα και επίπεδο ζωής το να βγάλεις μια πανεπιστημιακή σχολή. Σου διασφαλίζει όμως ένα πολύ σημαντικό εφόδιο και αξία σε κάθε εποχή για κάθε νέο άνθρωπο, που είναι η γνώση.

Εμείς πιστεύουμε στην αυταξία της γνώσης. Εμείς παλεύουμε, λοιπόν – κι εκεί είναι η διαφορά μας – όχι να κόβονται παιδιά από πανεπιστημιακές σχολές, να μπαίνουν τα παιδιά, αλλά να παρέχονται ουσιαστικές σπουδές σε αυτά τα παιδιά και στο τελευταίο εκπαιδευτικό ίδρυμα, στην τελευταία πανεπιστημιακή σχολή, να είναι ουσιαστικές οι σπουδές για αυτά τα παιδιά. Γι’ αυτό και λέμε να προσλάβουμε καθηγητές. Αν βρείτε – δεν τα έχω πρόχειρα, αλλά έχει σημασία να κάνουμε αυτή τη συζήτηση με ειλικρίνεια, τη σύγκριση, σας το είπα και πριν – της αναλογίας που αφορά τους καθηγητές ανά φοιτητές στα ελληνικά πανεπιστήμια με αυτή που είναι στα ευρωπαϊκά πανεπιστήμια, εκεί θα δείτε πού βρίσκεται το μεγάλο handicap, όχι στον αριθμό των φοιτητών.

Και εδώ σας παραθέτω και το τι πρότεινε η Κομισιόν. Πρότεινε ως το 2030 αυτό το ποσοστό του πληθυσμού 25 ως 34 ετών με πανεπιστημιακά πτυχία να ανέβει σε τουλάχιστον 50%. 43,7% στην Ελλάδα, 40% μέσος όρος στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Η Κομισιόν προτείνει να ανέβει στο 50%. Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο αποφάσισε σε πρώτη φάση το ποσοστό αυτό να ανέβει στο 45%. Γιατί; Κι εσείς μας λέτε εδώ τα αντίθετα.

Ναι, βεβαίως και τα ΙΕΚ, βεβαίως και η τεχνολογική κατάρτιση. Καμία αντίρρηση. Εμείς είμαστε αυτοί οι οποίοι άλλωστε έχουμε δώσει τη δυνατότητα με το απολυτήριο, να μπορούν τα παιδιά να παίρνουν υψηλού επιπέδου κατάρτιση από δημόσια ΙΕΚ, αλλά όταν η Ευρωπαϊκή Ένωση κινείται στην αντίθετη κατεύθυνση και εσείς σε μια ελιτίστικη αντίληψη, κάπου υπάρχει θέμα εδώ. Να το ψάξετε. Είναι ιδεοληπτική εμμονή, είναι η έγνοια σας – επαναλαμβάνω – όχι για τα δημόσια αλλά για τα ιδιωτικά ΙΕΚ, που δεν είμαστε εμείς χορηγοί, εσείς είστε χορηγοί;

Η Ευρώπη θέλει ολοένα και περισσότερους πολίτες με πανεπιστημιακά εφόδια επειδή θέλει μια ανάπτυξη υψηλού τεχνολογικού επιπέδου που να ανταποκρίνεται στις προκλήσεις της Τέταρτης Βιομηχανικής Επανάστασης, αλλά και της κλιματικής αλλαγής. Αυτά προτείνει η Ευρώπη και θέτει ως στόχους. Και εσείς εδώ έρχεστε με μια επιχειρηματολογία παρωχημένη, με επιχειρήματα τα οποία δεν στέκουν, δεν έχουν βάση, να κάνετε τα ακριβώς αντίθετα.

Και εν τοιαύτη περιπτώσει, κύριε Μητσοτάκη, η Νέα Δημοκρατία είχε αυτή την άποψη και παλαιότερα. Επί κυρίας Γιαννάκου, αν δεν κάνω λάθος, υπουργού, νομοθέτησε τη βάση του δέκα. Κοιτάξτε διαφορά. Εσείς εδώ νομοθετήσατε ένα πλέγμα διατάξεων που βάζει κρυφούς κόφτες και έχουμε πολλές τέτοιες περιπτώσεις σαν της Ελένης που σας διάβασα σήμερα και δεν δώσατε απάντηση, σαν του Διονύση που διάβασα την προηγούμενη εβδομάδα και δεν πήρα απάντηση παρά μονάχα το ψέμα και τον υποβιβασμό, τον σνομπισμό της «άριστης» υπουργού ότι «δεν είσαι ικανός να περάσεις. Και πέρυσι θα κοβόσουν». Δεν είναι αληθές, και το ψέμα έχει κοντά ποδάρια.

Ούτε βεβαίως είναι αληθές ότι ο ΣΥΡΙΖΑ είναι αυτός ο οποίος διαφωνεί γιατί λαϊκίζει. Η βάση του δέκα εφαρμόστηκε. Και εφαρμόστηκε, επαναλαμβάνω, χωρίς τις κρύφιες διατάξεις που δεν έκοβε τότε τόσους πολλούς όσους κόβει σήμερα και που δημιουργεί αυτή την απαράδεκτη κατάσταση τού να κόβονται ακόμη και άριστοι μαθητές από τη σχολή επιλογής τους.

Όταν ήρθε λοιπόν η κυβέρνηση του Γιώργου Παπανδρέου τότε, η αγαπητή σας και αγαπητή σε όλους μας – αλλά εσείς την συμπαθείτε περισσότερο μάλλον απ’ ό,τι εμείς, διότι συμφωνείτε και ιδεολογικά μαζί της, εμείς έχουμε διαφωνήσει ανοιχτά – κυρία Διαμαντοπούλου ως υπουργός Παιδείας κατάργησε τη βάση του δέκα.

Ξέρετε τι δήλωσε στο υπουργικό συμβούλιο στις 13 Απριλίου του 2010; Εσείς την προτείνατε για να αναλάβει μια πολύ σημαντική θέση στον ΟΟΣΑ και λέτε ότι συμφωνείτε μαζί της. Ξέρετε τι έλεγε; Τέσσερα χρόνια μετά την εφαρμογή της βάσης του δέκα, δεν υπάρχει καμία ένδειξη μελέτης που να αποδεικνύει ότι βάση του δέκα πέτυχε στο ελάχιστο την άνοδο της ποιότητας των σπουδών στο λύκειο ή στα τριτοβάθμια ιδρύματα. Η κ. Διαμαντοπούλου,

Άρα, δεν είμαστε εμείς εδώ ιδεοληπτικοί. Εσείς είστε απόλυτα ιδεοληπτικός και εμμονικός. Εσείς είσαστε μια μειοψηφία της μειοψηφίας που επιμένετε.

Λέτε ότι εμείς εδώ λαϊκίζουμε. Εμείς έχουμε ευθύνη να θέσουμε τα προβλήματα και να διεκδικήσουμε να αποκατασταθεί η αδικία. Σας λέμε «κάντε το εσείς». Δεν το κάνετε εσείς; Έχουμε ευθύνη απέναντι στους πολίτες να πούμε ότι σε ό,τι μας αφορά θα την αποκαταστήσουμε αυτή την αδικία. Δεν είναι λαϊκισμός. Μάλλον δεν θα έχετε και πολύ μεγάλη εικόνα για το τι συνέβαινε παλαιότερα.

Όταν εγώ έδωσα πανελλαδικές εξετάσεις, μπορούσες να κρατήσεις τη βαθμολογία από ένα ως τέσσερα μαθήματα για την επόμενη χρονιά. Κάτι παρόμοιο προτείνουμε βεβαίως, καθ’ υπέρβαση του αριθμού των εισακτέων της επόμενης χρονιάς, να εφαρμοστεί για να αποκατασταθεί αυτή η αδικία, εφόσον βεβαίως έχουμε εμείς την ευθύνη. Αυτό υποσχόμαστε, αυτό δεσμευόμαστε. Σας λέμε «κάντε το εσείς».

Κι ένα τελευταίο σχόλιο, κύριε Μητσοτάκη. Οι ρυθμίσεις που εισάγει σήμερα η κυβέρνηση – γιατί είπατε ότι δεν μίλησα για το νομοσχέδιο, αλλά νομίζω ότι ήταν πολύ σημαντικότερα τα ζητήματα που θίξαμε και αντιπαρατεθήκαμε γι’ αυτά και έπρεπε να τεθούν κατά προτεραιότητα – είναι όσα ακριβώς ζητούσε από την κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ η τρόικα από το 2015 ως το 2018 που βγήκαμε από τα μνημόνια. Ακριβώς αυτά.

Κατηγορήσατε τώρα και τον κ. Φίλη ότι δήθεν είναι αυτός ο οποίος έχει υπόγειες διασυνδέσεις με τους κολλεγιάρχες. Σοβαρευτείτε. Καταθέστε εδώ επιχειρήματα που να στέκουν. Η τρόικα επέβαλε τότε – ναι, πράγματι – να εφαρμοστεί η δέσμευση Αρβανιτόπουλου και μόλις η τρόικα έφυγε από τη χώρα, γιατί κάποιοι κατάφεραν να βγάλουν τη χώρα από τα μνημόνια, αυτό το συγκεκριμένο άρθρο αποκαταστάθηκε από τη δική μας κυβέρνηση.

Αλλά εσείς, παρότι βγήκαμε από τα μνημόνια, φέρνετε όλες τις μνημονιακές επιλογές, διότι είσαστε σε ταυτόσημη ιδεολογική και πολιτική στάση με αυτούς που μας επέβαλαν, με πολλά από αυτά που μας επέβαλαν, όχι με όλα, αλλά σε ό,τι αφορά την εκπαίδευση, είναι ακριβώς τα ίδια. Τι λέγανε; Ατομική αξιολόγηση εκπαιδευτικών, αυξημένες εξουσίες του διευθυντή, αυτονομία του σχολείου. Τι κάναμε εμείς;

Εμείς καταφέραμε μετά από μια δύσκολη διαπραγματευτική διαδικασία και στρατηγική – δεν ήταν εύκολο – να καταθέσουμε και εν πολλοίς να επιβάλλουμε τη δική μας ατζέντα, όχι μόνο για διορισμούς που σήμερα εσείς θέλετε να πάρετε τη δόξα. Αλλά, εν πάση περιπτώσει γνωρίζει ο κόσμος, ο ελληνικός λαός ποιοι κατάφεραν και το ένα προς ένα, που αν δεν υπήρχε τώρα και ήταν ένα προς πέντε, δεν θα μπορούσατε να μιλάτε καθόλου για διορισμούς, αλλά και ποιοι εξήγγειλαν και ολοκληρώνονται τώρα διορισμοί και της ειδικής αγωγής και αυτές που είπατε σήμερα.

Εμείς λοιπόν όχι μόνο για διορισμούς, αλλά και για τη μη εφαρμογή της τιμωρητικής ατομικής αξιολόγησης. Θέλαμε και θέλουμε την αξιολόγηση ως έννοια, μέσα όμως από την ενίσχυση της συλλογικότητας, την καθιέρωση της δίχρονης προσχολικής εκπαίδευσης, την οποία η Νέα Δημοκρατία είχε καταψηφίσει, και πολλών άλλων ρυθμίσεων.

Και βεβαίως, ένα άλλο θέμα που έπρεπε να επιλυθεί στο πλαίσιο διαπραγματεύσεων με την τρόικα ήταν αυτό το αγκάθι της ατομικής αξιολόγησης. Ξέρετε ότι υπάρχει πολύ αρνητικό κλίμα και στους εκπαιδευτικούς για το ζήτημα αυτό. Υπάρχει όμως και μια μεγάλη προσπάθεια που κάνετε διαρκώς να λέτε ότι η Αριστερά είναι αντίθετη με την έννοια της αξιολόγησης. Δεν ισχύει αυτό.

Εμείς ως κυβέρνηση προχωρήσαμε σε συγκεκριμένες ρυθμίσεις, σε μια προσπάθεια να αρχίσει να δημιουργείται μια κουλτούρα αποτίμησης του παρεχόμενου εκπαιδευτικού έργου στο σχολείο, όχι με όρους επίδειξης, καθώς η αξιολόγηση δεν είναι όπως τα καλλιστεία, αλλά με όρους ανάδειξης της δυναμικής των συλλογικοτήτων, των συλλόγων διδασκόντων, σε συνεργασία με τις εκπαιδευτικές δομές υποστήριξης του εκπαιδευτικού έργου. Όχι την τιμωρητική ατομική αξιολόγηση, αλλά μια συλλογική κουλτούρα αποτίμησης.

Έρχεστε εσείς σήμερα κι όλα αυτά τα καταργείτε. Έρχεστε και καταργείτε τα περιφερειακά κέντρα εκπαιδευτικού σχεδιασμού. Γιατί το κάνετε αυτό; Και εν τοιαύτη περιπτώσει, αν είστε υπέρ της αξιολόγησης, γιατί δεν αξιολογείτε πρώτα τι έκαναν αυτά τα κέντρα, τι έργο παράξανε, τι έχουν κάνει όλο αυτό το διάστημα. Αλλά γιατί ο στόχος σας δεν είναι η αναβάθμιση της παρεχόμενης εκπαιδευτικής διαδικασίας, αλλά η ατομική και τιμωρητική αξιολόγηση. Γιατί το ζήτημα δεν είναι μόνο το αν θα αξιολογηθεί κάποιος, αλλά και πώς και ποιος θα τον αξιολογεί.

Με όλα αυτά, κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, θέλω να επαναλάβω τη ριζική διαφωνία που έχουμε με τη λογική σας για τα εκπαιδευτικά πράγματα. Είναι πράγματι δύο διαφορετικοί κόσμοι και το καταλαβαίνει ο καθένας αυτό. Θεωρώ όμως ότι σήμερα έγινε αντιληπτό ότι ο ένας κόσμος είναι ο προοδευτικός δημοκρατικός κόσμος που θέλει συλλογικές διαδικασίες, θέλει να προκόψει το κάθε παιδί που έχει τη δυνατότητα ανεξάρτητα από την οικονομική του δύναμη, τη δύναμη των γονιών του, και θέλει ουσιαστικά να επενδύσουμε στην εκπαίδευση στο σχολείο και το πανεπιστήμιο. Η άλλη πλευρά – ναι, θα το πω – έχει μια ελιτίστικη αντίληψη.

Είναι ελιτισμός να πιστεύεις ότι στην εποχή της Τέταρτης Βιομηχανικής Επανάστασης πρέπει να κόψεις τη δυνατότητα παιδιών να σπουδάσουν, γιατί με αυτόν τον τρόπο θα δημιουργήσεις δήθεν καλύτερη ποιότητα παρεχόμενων σπουδών.

Καλύτερη ποιότητα παρεχόμενων σπουδών και γνώσης θα δημιουργήσουμε με ένα σχέδιο ποιοτικής αναβάθμισης και των σχολείων και των πανεπιστημίων με αύξηση του προϋπολογισμού για την παιδεία, αύξηση των κονδυλίων για το σχολείο και για το πανεπιστήμιο, προσλήψεις σε καθηγητές και πανεπιστημιακούς.

Έτσι θα φτιάξουμε το πανεπιστήμιο και το σχολείο το δημοκρατικό και το προοδευτικό για την επόμενη μέρα του τόπου. Όχι με αποκλεισμούς, όχι με κόφτες, όχι με μια ελιτίστικη αντίληψη που μας γυρνάει πολλά χρόνια πίσω.