Έχω ένα όνειρο… Tζορτζ Φλόιντ 25 Μαΐου 2020

Posted on 04 Ιουνίου, 2020, 10:49 πμ
13 mins

Ήταν 28 Αυγούστου του 1963 όταν ο μεγάλος αφροαμερικανός ηγέτης Μάρτιν Λούθερ Κινγκ στάθηκε κάτω από το τεράστιο άγαλμα του Αβραάμ Λίνκολν και από την κεφαλή της ιστορικής πορείας 200.000 μαύρων και αλληλέγγυων λευκών αμερικανών εκφώνησε έναν από τους σημαντικότερους πολιτικούς λόγους της παγκόσμιας σύγχρονης ιστορίας, η οποία έμεινε στο συλλογικό υποσυνείδητο με τον τίτλο «I have a dream».

Στην ομιλία του ζητούσε αστικά και οικονομικά δικαιώματα καθώς και να δοθεί τέλος στον ρατσισμό στις Ηνωμένες Πολιτείες . ομιλ
Ξεκινώντας με μια αναφορά στη Διακήρυξη χειραφέτησης, η οποία απελευθέρωσε εκατομμύρια σκλάβους το 1863, [3] ο Κινγκ είπε «εκατό χρόνια αργότερα, ο νέγρος εξακολουθεί να μην είναι ελεύθερος».

Προς το τέλος της ομιλίας, ο Κινγκ παρέκκλινε από το γραμμένο κείμενο της ομιλίας του και εκφώνησε έναν επίλογο με θέμα “Έχω ένα όνειρο”, παρακινημένος από την κραυγή της Μαχάλια Τζάκσον : «Πες τους για το όνειρο, Μάρτιν!»

Αυτό το μέρος της ομιλίας, που ενθουσίασε περισσότερο τους ακροατές και έχει γίνει πλέον διάσημο, ο Κινγκ περιέγραψε τα όνειρά του για ελευθερία και ισότητα ανακύπτοντας από μια χώρα σκλαβιάς και μίσους. Ο Τζόν Μίτσαμ γράφει ότι, «Με μία φράση, ο Μάρτιν Λούθερ Κινγκ Τζούνιορ συνδέθηκε με τον Τζέφερσον και τον Λίνκολν στις τάξεις των ανδρών που έχουν διαμορφώσει τη σύγχρονη Αμερική». Η ομιλία ψηφίστηκε ως η κορυφαία αμερικανική ομιλία του 20ου αιώνα.

Η διαδήλωση στην Ουασίνγκτον για την Εργασία και την Ελευθερία αποσκοπούσε εν μέρει στη μαζική υποστήριξη της νομοθεσίας για τα δικαιώματα των πολιτών που πρότεινε ο Πρόεδρος Τζ.Φ. Κένεντι τον Ιούνιο. Ο Μάρτιν Λούθερ Κινγκ και άλλοι ηγέτες συμφώνησαν λοιπόν να εκφωνήσουν την ομιλία τους σε ήρεμο κλίμα ώστε να αποφύγουν την πρόκληση της πολιτικής ανυπακοής που είχε καταστεί χαρακτηριστικό του Κινήματος των Πολιτικών Δικαιωμάτων. Ο Κινγκ σχεδίασε αρχικά την ομιλία του ως φόρο τιμής στην ομιλία του Γκέτισμπεργκ που είχε εκφωνήσει ο Αβραάμ Λίνκολν, που χρονολογείται να αντιστοιχεί στην εκατονταετηρίδα της διακήρυξης χειραφέτησης

57 χρόνια μετά την ιστορική αυτή ομιλία, οι συνθήκες που ενέπνευσαν τον Μάρτιν Λούθερ Κινγκ, παραμένουν αναλλοίωτες. Τα περιστατικά αστυνομικής βίας ενάντια σε μειονότητες και ο ρατσισμός είναι εδώ κα με την παγκόσμια άνοδο της ακροδεξιάς ρητορικής σε όλο τον κόσμο καταστούν την ομιλία επίκαιρη όσο ποτέ άλλοτε.

Το αίτημα για σεβασμό των ανθρώπινων δικαιωμάτων παραμένει, ενώ η παγκοσμιοποίηση που οδήγησε σε φτωχοποίηση πολλούς ανθρώπους είναι εδώ και διογκώνεται.

Σήμερα και με αφορμή την δολοφονία του Τζορτζ Φλόιντ από αστυνομικούς στην Μινεάπολι των ΗΠΑ ενώνουμε τη φωνή μας με τον Μάρτιν Λούθερ Κινγκ, για μια κοινωνία με αρχές που βασίζονται στην ισότητα και την ισονομία και με σεβασμό στα ανθρώπινα δικαιώματα και ειδικά το δικαίωμα της ζωής.

Ολόκληρο το κείμενο της ομιλίας του:

«Είμαι χαρούμενος που βρίσκομαι μαζί σας σήμερα, σε κάτι που τι θα μείνει στην ιστορία, ως η μεγαλύτερη διαδήλωση για την ελευθερία στην ιστορία του έθνους μας.
Πριν από εκατό χρόνια, ένας μεγάλος Αμερικανός, στη σκιά του οποίου στεκόμαστε σήμερα, (σμ.: ο Αβραάμ Λίνκολν υπέγραψε τη Διακήρυξη Χειραφέτησης το 1863), υπέγραψε τη Διακήρυξη Χειραφέτησης. Αυτή η μνημειώδης απόφαση ήρθε ως ένας μεγάλος φάρος ελπίδας για εκατομμύρια Νέγρους σκλάβους, που είχαν καεί στις φλόγες της αδικίας. Ήρθε σαν ένα χαρμόσυνο ξημέρωμα για να τερματίσει τη μακρά νύχτα της αιχμαλωσίας τους.

Εκατό χρόνια μετά όμως, ο Νέγρος δεν είναι ελεύθερος. Εκατό χρόνια μετά, η ζωή του Νέγρου είναι ακόμη θλιβερά τσακισμένη από τις χειροπέδες του διαχωρισμού και τις αλυσίδες των διακρίσεων. Εκατό χρόνια μετά, ο Νέγρος ζει σ’ ένα μοναχικό νησί φτώχειας, στο μέσο ενός απέραντου ωκεανού υλικής ευημερίας. Εκατό χρόνια μετά, ο Νέγρος μαραζώνει ακόμη στο περιθώριο της αμερικανικής κοινωνίας και βρίσκει τον εαυτό του εξόριστο στην ίδια του τη γη.

Έτσι, έχουμε έρθει εδώ σήμερα για να αναδείξουμε μια επαίσχυντη κατάσταση. Υπό μια έννοια έχουμε έρθει στην πρωτεύουσα του έθνους μας για να εξαργυρώσουμε μια επιταγή. Όταν οι αρχιτέκτονες της Δημοκρατίας μας έγραψαν τις θαυμάσιες λέξεις του Συντάγματος και της Διακήρυξης της Ανεξαρτησίας, υπέγραφαν μία επιταγή, της οποίας κάθε Αμερικανός είναι κληρονόμος. Αυτή η επιταγή ήταν μια υπόσχεση πως τόσο οι μαύροι όσο και οι λευκοί, θα είναι εξασφαλισμένοι με «τα αναφαίρετα δικαιώματα, της Ζωής, της Ελευθερίας και της επιδίωξη της Ευτυχίας».

Είναι φανερό σήμερα ότι η Αμερική έχει αθετήσει αυτή την υπόσχεση, έτσι ώστε οι έγχρωμοι πολίτες της ανησυχούν. Αντί να τιμά αυτήν την ιερή υποχρέωση, η Αμερική έχει δώσει στους Νέγρους μια ακάλυπτη επιταγή, μια επιταγή με την ένδειξη «ανεπαρκή κεφάλαια».

Αλλά αρνούμαστε να πιστέψουμε ότι η τράπεζα της δικαιοσύνης έχει χρεοκοπήσει. Αρνούμαστε να πιστέψουμε ότι δεν υπάρχουν διαθέσιμοι πόροι στο μεγάλο θησαυροφυλάκιο ευκαιριών αυτού του έθνους. Γι’ αυτό, έχουμε έρθει να εξαργυρώσουμε αυτή την επιταγή, μια επιταγή που θα μας δώσει κατόπιν αιτήματος το θησαυρό της ελευθερίας και την ασφάλεια της δικαιοσύνης.

Έχουμε έρθει επίσης σε αυτό τον αγιασμένο σημείο, για να υπενθυμίσουμε στην Αμερική την επιτακτική ανάγκη του τώρα. Δεν υπάρχει χρόνος να επαναπαυθούμε ή να δεχθούμε καθυστερήσεις εκ νέου.

Τώρα είναι η ώρα να κάνουμε πραγματικές τις υποσχέσεις της δημοκρατίας. Τώρα είναι η ώρα να υψωθούμε από τη σκοτεινή και έρημη κοιλάδα του διαχωρισμού, στο ηλιόλουστο μονοπάτι της φυλετικής δικαιοσύνης. Τώρα είναι η ώρα να βγάλουμε το έθνος μας από την κινούμενη άμμο της φυλετικής αδικίας προς το σταθερό βράχο της αδελφοσύνης. Τώρα είναι η ώρα να κάνουμε τη δικαιοσύνη πραγματικότητα για όλα τα παιδιά του Θεού.

Θα ήταν μοιραίο για το έθνος να αγνοήσει το επείγον της στιγμής. Αυτό το πνιγηρό καλοκαίρι της δικαιολογημένης δυσαρέσκειας του Νέγρου δεν θα περάσει, μέχρι να έρθει το αναζωογονητικό φθινόπωρο ελευθερίας και ισότητας. Το 1963 δεν είναι το τέλος, αλλά η αρχή. Και εκείνοι που ελπίζουν ότι ο Νέγρος που χρειάζονταν απλώς να εκτονωθεί και τώρα είναι ικανοποιημένος, θα ξυπνήσουν απότομα, αν το έθνος επιστρέψει στα συνηθισμένα Και δεν θα υπάρξει ούτε ηρεμία ούτε γαλήνη στην Αμερική, μέχρι ο Νέγρος να αποκτήσει τα δικαιώματα του πολίτη. Ο ανεμοστρόβιλος της εξέγερσης θα συνεχίσει να ταρακουνούν τα θεμέλια του έθνους μας, μέχρι να ξημερώσει η λαμπρή μέρα της δικαιοσύνης.

Όμως υπάρχει και κάτι που πρέπει να πω στο λαό μου, που στέκεται στο ζεστό κατώφλι που οδηγεί στο παλάτι της δικαιοσύνης: Στον αγώνα μας για την απόκτησης τη νόμιμης θέση μας, δεν πρέπει να υπάρξουμε ένοχοι για αξιόποινες ή άδικες πράξεις. Δεν πρέπει να ικανοποιήσουμε τη δίψα μας για ελευθερία, πίνοντας από το ποτήρι της πίκρας και του μίσους. Πρέπει να κάνουμε τον αγώνα μας με υψηλό επίπεδο αξιοπρέπειας και πειθαρχίας. Δεν πρέπει να επιτρέψουμε η δημιουργική μας διαμαρτυρία να εκφυλιστεί σε σωματική βία. Ξανά και ξανά, πρέπει να ανυψωνόμαστε στα μεγαλοπρεπή ύψη όπου η φυσική δύναμη συναντάται με τη δύναμη της ψυχής.

Η θαυμάσια νέα μαχητικότητα που διακατέχει την κοινότητα Νέγρων δεν πρέπει να μας οδηγήσει σε δυσπιστία για όλους τους λευκούς, γιατί πολλοί λευκοί αδερφοί μας, όπως αποδεικνύεται από την παρουσία τους σήμερα εδώ, έχουν ήδη συνειδητοποιήσει πως η μοίρα τους είναι δεμένη με τη δική μας μοίρα. Έχουν αρχίσει να συνειδητοποιούν ότι η ελευθερία τους είναι αλληλένδετη με τη δική μας ελευθερία μας.

Δεν μπορούμε να πορευθούμε μόνοι μας. Και καθώς προχωράμε, πρέπει να δώσουμε την υπόσχεση ότι θα οδεύουμε πάντοτε μπροστά. Δεν μπορούμε να γυρίσουμε πίσω.

Υπάρχουν αυτοί που ρωτούν τους υποστηρικτές των δικαιωμάτων των πολιτών, «Πότε θα μείνετε ικανοποιημένοι;»

Δεν μπορούμε να είμαστε ποτέ ικανοποιημένοι, όσο ο Νέγρος είναι το θύμα μιας ανείπωτης φρίκης της αστυνομικής βαρβαρότητας.

Δεν μπορούμε ποτέ να είμαστε ικανοποιημένοι, όσο τα κορμιά μας, βαριά από την κούραση του ταξιδιού, δεν μπορούν να βρουν κατάλυμα στα μοτέλ των αυτοκινητοδρόμων και στα ξενοδοχεία των πόλεων.

Δεν μπορούμε να είμαστε ποτέ ικανοποιημένοι, όσο η βασική κίνηση του Νέγρου είναι από ένα μικρότερο γκέτο, σε ένα μεγαλύτερο.

Δεν μπορούμε να είμαστε ποτέ ικανοποιημένοι, όσο τα παιδιά μας χάνουν την ατομικότητα και την αξιοπρέπειά τους από επιγραφές που γράφουν: «Μόνο για Λευκούς»

Δεν μπορούμε να είμαστε ικανοποιημένοι όσο ο νέγρος στο Μισισιπή δεν έχει δικαίωμα ψήφου και ο Νέγρος στην Νέα Υόρκη νιώθει πως δεν έχει τίποτα να ψηφίσει.
Όχι, όχι, δεν είμαστε ικανοποιημένοι, και δεν θα ικανοποιηθούμε μέχρι να η δικαιοσύνη να τρέχει σαν νερό και το δίκιο σαν δυνατός χείμαρρος.

Δεν παραβλέπω πως μερικοί έχετε έρθει εδώ, από μεγάλες δοκιμασίες και βάσανα. Κάποιοι από εσάς έχετε μόλις βγει από τα στενά κελιά της φυλακής. Και κάποιοι από εσάς έχετε έρθει από περιοχές, όπου για την αναζήτηση της ελευθερίας σας βιώσατε την καταδίωξη και τη θύελλα της αστυνομικής βαρβαρότητας. Έχετε γίνει βετεράνοι πολλών βασάνων. Συνεχίστε να δουλεύετε με την πίστη ότι αυτά τα άδικα βάσανα είναι λυτρωτικά. Επιστρέψτε στο Μισισιπή, γυρίστε πίσω στην Αλαμπάμα, γυρίστε πίσω στη Νότια Καρολίνα, γυρίστε πίσω στη Τζόρτζια, γυρίστε πίσω στη Λουιζιάνα, επιστρέψτε στις φτωχογειτονιές και τα γκέτο των βόρειων πόλεων μας, γνωρίζοντας ότι αυτή η κατάσταση μπορεί και θα αλλάξει.

Ας μην βυθιζόμαστε στην κοιλάδα της απελπισίας.

Σας λέω σήμερα, φίλοι μου, πως ακόμα κι αν αντιμετωπίζουμε καθημερινά δυσκολίες, έχω ακόμη ένα όνειρο. Είναι ένα όνειρο συνυφασμένο με το αμερικανικό όνειρο.

Έχω ένα όνειρο ότι μια μέρα αυτό το έθνος θα ξεσηκωθεί και θα ζήσει την αληθινό νόημα της πεποίθησής του: «Πιστεύουμε ως αυταπόδεικτη αλήθεια, ότι όλοι οι άνθρωποι είναι ίσοι»

Έχω ένα όνειρο πως μια μέρα στους κόκκινους λόφους της Τζόρτζια, οι γιοι των πρώην σκλάβων και οι γιοι των πρώην αφεντάδων θα μπορούν να καθίσουν μαζί στο τραπέζι της αδελφοσύνης.

Έχω ένα όνειρο πως μια ημέρα ακόμη και η πολιτεία του Μισισιπή, μια πολιτεία πνιγμένη στην αδικία και την καταπίεση, θα μεταμορφωθεί σε μια όαση ελευθερίας και δικαιοσύνης.

Έχω ένα όνειρο ότι τα τέσσερα μικρά παιδιά μου θα ζήσουν μια μέρα σε ένα έθνος όπου δεν θα κρίνονται από το χρώμα του δέρματός τους αλλά από το περιεχόμενο του χαρακτήρα τους.

Έχω ένα όνειρο σήμερα!

Έχω ένα όνειρο ότι μια μέρα, πέρα στην Αλαμπάμα με τους φαύλους ρατσιστές της -με τον κυβερνήτη της που μιλά συνεχώς για όπως «παρεμβολή» και «εξουδετέρωση»- Μία ημέρα εκεί ακριβώς, στην Αλαμπάμα, μικρά μαύρα αγόρια και μαύρα κορίτσια θα ενώνουν τα χέρια με λευκά αγόρια και λευκά κορίτσια σαν αδέρφια.

Έχω ένα όνειρο σήμερα!

Έχω ένα όνειρο ότι μια μέρα θα εξυψωθεί κάθε κοιλάδα, και κάθε λόφος και βουνό θα χαμηλώσουν, τα τραχιά μέρη θα εξομαλυνθούν και τα κυρτά μέρη θα ισιώσουν. «Και η δόξα του Κυρίου θα αποκαλυφθεί σε κάθε σάρκα και θα το δούμε όλοι μαζί».

Αυτή είναι η ελπίδα μας, και με αυτή θα επιστρέψω στο Νότο.

Με αυτήν την πίστη, θα καταφέρουμε να βγούμε από τα βουνά της απογοήτευσης με μια πέτρα ελπίδας. Με αυτήν την πίστη, θα καταφέρουμε να μετατρέψουμε τις κακόηχες έριδες του έθνους μας σε μια όμορφη μελωδία αδελφοσύνης.

Με αυτήν την πίστη, θα μπορούμε να δουλεύουμε μαζί, να προσευχόμαστε μαζί, να παλεύουμε μαζί, να πάμε φυλακή μαζί, να αγωνιστούμε για την ελευθερία μας μαζί, γνωρίζοντας πως κάποια μέρα όλοι θα είμαστε ελεύθεροι.

Και αυτή θα είναι η μέρα – αυτή θα είναι η μέρα, που όλα τα παιδιά του Θεού θα μπορούν να τραγουδούν με νέο νόημα τους στίχους: «Χώρα μου, γλυκιά γη της ελευθερίας, για σένα τραγουδώ. Γη των προγόνων μου που πέθαναν, γη των προσκυνητών, από κάθε σου βουνοπλαγιά, ας ηχήσει η ελευθερία!»
Κι αν η Αμερική είναι ένα σπουδαίο έθνος, αυτό πρέπει να γίνει πραγματικότητα.

Γι ‘αυτό ας ηχήσει η ελευθερία από τις κορυφές των τεράστιων λόφων του Νιου Χάμσαϊρ.

Ας ηχήσει η ελευθερία από τα επιβλητικά βουνά της Νέας Υόρκης.

Ας ηχήσει η ελευθερία από τα υψώματα Alleghenies της Πενσυλβάνια.

Ας ηχήσει η ελευθερία από τα χιονισμένα Βραχώδη Όρη του Κολοράντο.

Ας ηχήσει η ελευθερία από τις πλαγιές της Καλιφόρνιας.

Αλλά δεν φτάνει μόνο αυτό.

Ας ηχήσει η ελευθερία από τα Βραχώδη Όρη της Τζόρτζια.

Ας ηχήσει η ελευθερία από τα όρη Λουκάουτ του Τενεσί.

Ας ηχήσει η ελευθερία από κάθε λόφο του Μισισιπή.

Από κάθε βουνοπλαγιά, ας ηχήσει η ελευθερία.

Και όταν συμβεί αυτό, όταν επιτρέψουμε να ηχήσει η ελευθερία , όταν την αφήσουμε να αντηχήσει από κάθε χωριό και κάθε κωμόπολη, από κάθε πολιτεία και κάθε πόλη, τότε θα μπορέσουμε να επιταχύνουμε εκείνη την ημέρα προς τα μπρος, όπου όλα τα παιδιά του Θεού, Μαύροι και Λευκοί, εβραίοι και εθνικοί, προτεστάντες και καθολικοί, θα ενώσουν τα χέρια και θα τραγουδήσουν τα λόγια του παλιού Νέγρικου ύμνου: «Επιτέλους ελεύθεροι! Επιτέλους ελεύθεροι!

Ευχαριστούμε τον Παντοδύναμο Θεό, είμαστε επιτέλους ελεύθεροι!»

Το Αγγλικό κείμενο

«I am happy to join with you today in what will go down in history as the greatest demonstration for freedom in the history of our nation.

Five score years ago, a great American, in whose symbolic shadow we stand today, signed the Emancipation Proclamation. This momentous decree came as a great beacon light of hope to millions of Negro slaves who had been seared in the flames of withering injustice. It came as a joyous daybreak to end the long night of their captivity.

But one hundred years later, the Negro still is not free. One hundred years later, the life of the Negro is still sadly crippled by the manacles of segregation and the chains of discrimination. One hundred years later, the Negro lives on a lonely island of poverty in the midst of a vast ocean of material prosperity. One hundred years later, the Negro is still languishing in the corners of American society and finds himself an exile in his own land. So we have come here today to dramatize a shameful condition.

In a sense we have come to our nation’s capital to cash a check. When the architects of our republic wrote the magnificent words of the Constitution and the Declaration of Independence, they were signing a promissory note to which every American was to fall heir. This note was a promise that all men, yes, black men as well as white men, would be guaranteed the unalienable rights of life, liberty, and the pursuit of happiness.

It is obvious today that America has defaulted on this promissory note insofar as her citizens of colour are concerned. Instead of honouring this sacred obligation, America has given the Negro people a bad check, a check which has come back marked “insufficient funds.” But we refuse to believe that the bank of justice is bankrupt. We refuse to believe that there are insufficient funds in the great vaults of opportunity of this nation. So we have come to cash this check — a check that will give us upon demand the riches of freedom and the security of justice. We have also come to this hallowed spot to remind America of the fierce urgency of now. This is no time to engage in the luxury of cooling off or to take the tranquillizing drug of gradualism. Now is the time to make real the promises of democracy. Now is the time to rise from the dark and desolate valley of segregation to the sunlit path of racial justice. Now is the time to lift our nation from the quick sands of racial injustice to the solid rock of brotherhood. Now is the time to make justice a reality for all of God’s children.

It would be fatal for the nation to overlook the urgency of the moment. This sweltering summer of the Negro’s legitimate discontent will not pass until there is an invigorating autumn of freedom and equality. Nineteen sixty-three is not an end, but a beginning. Those who hope that the Negro needed to blow off steam and will now be content will have a rude awakening if the nation returns to business as usual. There will be neither rest nor tranquillity in America until the Negro is granted his citizenship rights. The whirlwinds of revolt will continue to shake the foundations of our nation until the bright day of justice emerges.

But there is something that I must say to my people who stand on the warm threshold which leads into the palace of justice. In the process of gaining our rightful place we must not be guilty of wrongful deeds. Let us not seek to satisfy our thirst for freedom by drinking from the cup of bitterness and hatred.

We must forever conduct our struggle on the high plane of dignity and discipline. We must not allow our creative protest to degenerate into physical violence. Again and again we must rise to the majestic heights of meeting physical force with soul force. The marvellous new militancy which has engulfed the Negro community must not lead us to a distrust of all white people, for many of our white brothers, as evidenced by their presence here today, have come to realize that their destiny is tied up with our destiny. They have come to realize that their freedom is inextricably bound to our freedom. We cannot walk alone.

As we walk, we must make the pledge that we shall always march ahead. We cannot turn back. There are those who are asking the devotees of civil rights, “When will you be satisfied?” We can never be satisfied as long as the Negro is the victim of the unspeakable horrors of police brutality. We can never be satisfied, as long as our bodies, heavy with the fatigue of travel, cannot gain lodging in the motels of the highways and the hotels of the cities. We cannot be satisfied as long as the Negro’s basic mobility is from a smaller ghetto to a larger one. We can never be satisfied as long as our children are stripped of their self-hood and robbed of their dignity by signs stating “For Whites Only”. We cannot be satisfied as long as a Negro in Mississippi cannot vote and a Negro in New York believes he has nothing for which to vote. No, no, we are not satisfied, and we will not be satisfied until justice rolls down like waters and righteousness like a mighty stream.

I am not unmindful that some of you have come here out of great trials and tribulations. Some of you have come fresh from narrow jail cells. Some of you have come from areas where your quest for freedom left you battered by the storms of persecution and staggered by the winds of police brutality. You have been the veterans of creative suffering. Continue to work with the faith that unearned suffering is redemptive.

Go back to Mississippi, go back to Alabama, go back to South Carolina, go back to Georgia, go back to Louisiana, go back to the slums and ghettos of our northern cities, knowing that somehow this situation can and will be changed. Let us not wallow in the valley of despair.

I say to you today, my friends, so even though we face the difficulties of today and tomorrow, I still have a dream. It is a dream deeply rooted in the American dream.

I have a dream that one day this nation will rise up and live out the true meaning of its creed: “We hold these truths to be self-evident: that all men are created equal.”

I have a dream that one day on the red hills of Georgia the sons of former slaves and the sons of former slave owners will be able to sit down together at the table of brotherhood.

I have a dream that one day even the state of Mississippi, a state sweltering with the heat of injustice, sweltering with the heat of oppression, will be transformed into an oasis of freedom and justice.

I have a dream that my four little children will one day live in a nation where they will not be judged by the colour of their skin but by the content of their character.
I have a dream today.

I have a dream that one day, down in Alabama, with its vicious racists, with its governor having his lips dripping with the words of interposition and nullification; one day right there in Alabama, little black boys and black girls will be able to join hands with little white boys and white girls as sisters and brothers.

I have a dream today.

I have a dream that one day every valley shall be exalted, every hill and mountain shall be made low, the rough places will be made plain, and the crooked places will be made straight, and the glory of the Lord shall be revealed, and all flesh shall see it together.

This is our hope. This is the faith that I go back to the South with. With this faith we will be able to hew out of the mountain of despair a stone of hope. With this faith we will be able to transform the jangling discords of our nation into a beautiful symphony of brotherhood. With this faith we will be able to work together, to pray together, to struggle together, to go to jail together, to stand up for freedom together, knowing that we will be free one day.

This will be the day when all of God’s children will be able to sing with a new meaning, “My country, ’tis of thee, sweet land of liberty, of thee I sing. Land where my fathers died, land of the pilgrim’s pride, from every mountainside, let freedom ring.”

And if America is to be a great nation this must become true. So let freedom ring from the prodigious hilltops of New Hampshire. Let freedom ring from the mighty mountains of New York. Let freedom ring from the heightening Alleghenies of Pennsylvania!

Let freedom ring from the snowcapped Rockies of Colorado!

Let freedom ring from the curvaceous slopes of California!

But not only that; let freedom ring from Stone Mountain of Georgia!

Let freedom ring from Lookout Mountain of Tennessee!

Let freedom ring from every hill and molehill of Mississippi. From every mountainside, let freedom ring.

And when this happens, when we allow freedom to ring, when we let it ring from every village and every hamlet, from every state and every city, we will be able to speed up that day when all of God’s children, black men and white men, Jews and Gentiles, Protestants and Catholics, will be able to join hands and sing in the words of the old Negro spiritual, “Free at last! free at last! thank God Almighty, we are free at last!”»

...