Ένα παιδί μετράει τα άστρα – Το δικό μας πόρισμα

Posted on 16 Ιουλίου, 2020, 1:33 μμ
5 secs

Συντακτική Ομάδα του independentnews

«Το ποτάμι μουρμούριζε μες στον ύπνο του κρυφά παραμιλητά. Το παιδί κείνο το βράδυ δεν κοιμήθηκε… ολόκληρο το βράδυ. Έγραψε το πιο πικρό, το πιο μεγάλο του παραμύθι…»

Μενέλαος Λουντέμης Ένα παιδί μετράει τα άστρα

Με ένα μήνα καθυστέρηση η κυβέρνηση ξεκινά έρευνα για την άκρατη βία σωματική και ψυχολογική που ασκήθηκε στον Βασίλη Μάγγο από αστυνομικά όργανα στην διάρκεια διαδήλωσης αλλά και μετά κατά την προσαγωγή του και την ολιγόωρη κράτησή του στο τμήμα χωρίς κατηγορία.

Και σαν να μην έφτανε μόνο αυτό βαριά τραυματισμένος από τα χτυπήματα, αντί να μεταφερθεί σε νοσοκομείο πετάχτηκε σαν σακούλα σκουπιδιών στο δρόμο χωρίς ούτε ένα τηλεφώνημα να το παραλάβει ένα νοσοκομειακό, έστω και με μια φτηνή δικαιολογία ότι σκόνταψε και έπεσε πάνω στο γκλοπ και χρήζει ιατρικής βοήθειας.

Την βία και την καταφρόνηση που δέχτηκε την περιέγραψε ο ίδιος σε ανάρτησή του στα κοινωνικά δίκτυα:

«Κι εδώ, φτάνουμε στην δικιά μου περίπτωση. Εγώ την Κυριακή δεν ήμουν με το συγκεντρωμένο πλήθος, τυχαία βέβαια, όμως με το που είδα τους δικούς μου ανθρώπους να διαμαρτύρονται έξω από τα δικαστήρια, σταμάτησα αμέσως με το μηχανάκι μου για να συσπειρωθώ με τους αλληλέγγυους. Έτυχε εκείνη τη στιγμή να βγάζουν οι ασφαλίτες το παιδί που είχαν κρατούμενο κι εγώ αντί να τρέξω στο πλήθος, έτρεξα προς το μέρος των μπάτσων να διαμαρτυρηθώ, γιατι έτσι ένιωσα εκείνη τη στιγμή, με έπνιξε το δίκιο μου, έλεγα από μέσα μου κοίτα να δεις, εμ μας μολύνουν τον αέρα με καρκίνο, εμ μας βαράνε αλύπητα τα τσιράκια τους με τα χημικά, τις κρότου λάμψης και τα γκλοπς, εμ μας τραβολογάνε δέσμιους στα δικαστήρια. Δεν πρόλαβα όμως καν να φτάσω στους ασφαλίτες.

Πετάχτηκε μια διμοιρία ΟΠΚΕ και μια ματ, στοχευμένα και συγκεκριμένα για μένα, μιας και με γνωρίζουν, ήρθαν τρέχοντας κατά πάνω μου και ξεκίνησαν να με βαράνε αναίτια, δολοφονικά, απάνθρωπα κι αλύπητα. Με χτυπούσαν μέχρι που δεν μπορούσα να πάρω ανάσα, γιατί είχα χτυπηθεί άσχημα στα πλευρά, τους φώναζα, δεν τους ένοιαζε καν. Μου βάλανε χειροπέδες και με πήραν σηκωτό, ενώ με βριζανε με το επίθετο μου.

Μέσ’ στο αμάξι, μου δώσανε μερικές ακόμα και όταν πήγα να σηκώσω λίγο το κεφάλι μου μου λέγανε “κάτω το κεφάλι πούστη”, επειδή βογγούσα και έκανα “αααα” απ’ τον πόνο, αυτοί μου λέγανε “τι α μωρη κραγμένη” και αλλά τέτοια ωραία. Όταν φτάσαμε στο τμήμα, πήρε σειρά ο ασφαλίτης που φαίνεται και στο βίντεο να ανοίγει τη πόρτα από το ασφαλίτικο, με κράταγαν τα οπκε και με βαρούσε αυτός. Όταν φώναζα πως θέλω νοσοκομείο, μου λέγανε άσε ρε τα ψέματα και άλλα τέτοια διάφορα. Όταν ζήτησα λίγο νερό, στην αρχή δεν μου δίνανε κι έπειτα με βάλανε να πιω από έναν καταψύκτη που έτρεχε σταγόνα-σταγονα το νερό και μάλιστα από κάτω προς τα πάνω. Εγώ εντωμεταξύ να ‘μαι σακάτης, κατάκοιτος και να μην μπορώ να πάρω τα πόδια μου. Και αφού διασκέδασαν όλοι μαζί πάνω μου, με ρίξανε στο κρατητήριο. Τελικά με βγάλανε, αφού τους άκουσα να λένε πως αν με κρατούσαν θα έπρεπε να με παν και νοσοκομείο, άσε σου λέει μην χρεωθούμε κιόλας με το μαλακιστήρι.

Όταν ρώτησα το όνομα του ασφαλίτη που με βαραγε για να καταθέσω μήνυση δεν μου απαντούσε και μάλιστα με κορόιδευε και μου λέγε εσύ τι είσαι αστυνομία για να μάθεις? Κι όταν του είπα πως θα του κάνω μήνυση άλλα λέω ποιος θα σε πειράξει, μήπως η αστυνομία? Και γελώντας, σήκωσε τα χέρια και μου λέει: “βλέπεις, τα λες και μόνος σου”. Βέβαια, όταν τον ρώτησα τι θα έκανε αν ήταν το παιδί του στη θέση μου, μου απάντησε πως το παιδί του δεν θα ήταν “τέτοιο τσογλάνι να πηγαίνει στις πορείες”, άσχετα με το τι ευαγγελίζονται στις ανακοινώσεις τους, για να κανουν επίκληση στο συναίσθημα της κοινής γνώμης… Αν και θεωρώ θετικό το στοιχείο να πηγαίνουν τα παιδιά των αστυνομικών στις πορείες, κατι θα ξέρουν…

Τελικά, με πέταξαν έξω απ’ το τμήμα χωρίς να μπορώ να πάρω ανάσα καλά-καλά και σίγουρα δεν μπορούσα να πάρω τα πόδια μου καθόλου. Δεν μπορούσα να σκεφτώ τίποτα εκείνη την ώρα, ούτε να πάρω κάποιον τηλέφωνο ούτε να πάρω το ΕΚΑΒ, τίποτα, ένιωθα σαν μισοπεθαμενος και απλώς προσπαθούσα κούτσα κούτσα να φτάσω κάπου, ούτε ήξερα που, να βρω λίγο νερό να πιω, να κάνω κάτι για να επιβιώσω, έτσι ένιωθα εκείνη τη στιγμή. Ευτυχώς με βρήκανε κάποια παιδιά που πήγαιναν φαγητό και πράγματα στο παιδί που κρατούνταν από τα γεγονότα του Σαββάτου, με μαζεψαν, με πήγανε σπίτι, επικοινώνησα με τους δικούς μου, πήραμε τηλέφωνο το ΕΚΑΒ και φτάσαμε εδώ που φτάσαμε».

Ο Βασίλης δέχτηκε βασανισμό που μόνο σε χώρες με απολυταρχικά καθεστώτα μπορείς να συναντήσεις.

Εκεί που εξουσία χρησιμοποιεί, το λόγο δηλαδή την προπαγάνδα να πείσει τους υπηκόους ότι όλα γίνονται για το καλό του και που όποιος έχει αντίθετη άποψη συλλαμβάνεται και βασανίζεται με στόχο τη αναμόρφωσή του. Και αν αυτό δεν πετύχει τότε ο μόνος τρόπος είναι η εξαφάνισή του για να μην ενοχλεί.

Το ίδιο συνέβη και στον Βασίλη. Ἐνα 26χρονο παιδί που του άρεσε να μετράει τα άστρα και να ονειρεύεται μια πιο δίκαια κοινωνία που θα φρόντιζε για το καλό όλων.

Ένας αγωνιστής της ζωής ήταν ένας ιδεολόγος, ένας ονειροπόλος. Το αποδεικνύουν τα γραπτά του:

«Ξέρω πως δεν πρόκειται να αλλάξει κάτι σε σχέση με τον ρόλο της αστυνομίας, όσα και να αποκαλυφθούν για αυτούς, αφού είναι οι εντολοδόχοι εκτελεστές του κρατικού μηχανισμού. Αλλά αν θεωρούν πως μας φοβίζουν, εκεί κάνουν ένα μεγάλο λάθος: δεν μας φοβίζουν, μας εξοργίζουν. Οι ιδέες μας, όσους κι από ‘μας αν σκοτώσουν, δεν θα πεθάνουν ποτέ, θα κατοικούν πάντα στα μυαλά των ελεύθερων ανθρώπων. Ήμασταν, είμαστε και θα είμαστε πάντα εδώ, ενάντια σε κάθε τι που μας πνίγει και δεν μπορούμε να ανασάνουμε, ενάντια στο άδικο, για την ελευθερία όλων μας, σε κάθε γωνιά του πλανήτη.
Κι ας μην νικήσουμε ποτέ… Θα πολεμάμε πάντα!!»

Ο Βασίλης έτρεχε όπου υπήρχε ανάγκη και γι΄ αυτό βρέθηκε δαρμένος και πεταμένος στο δρόμο.

Ο σκληρός πυρήνας της εξουσίας, οι άνθρωποι που νομίζουν ότι η χώρα είναι ιδιοκτησία τους δεν αντέχουν αυτούς που βοηθάνε, αυτούς που δεν βλέπουν εχθρούς στα πρόσωπα, αλλά ανθρώπους. Ανθρώπους που προσπαθούν να επιβιώσουν ή να εξασφαλίσουν μια καλύτερη ζωή για αυτούς, τους συνανθρώπους τους, τα παιδιά αυτού του κόσμου που το 3% κατέχει το παγκόσμιο πλούτο και το 97% παλεύει καθημερινά για να ζήσει.

Ότι είναι ενάντια στον μύθο της ιδιοκτησίας του πλανήτη από τους λίγους είναι εχθρός.

Για αυτό βασανίστηκε και ξυλοκοπήθηκε άγρια ο Βασίλης Μάγγος. Για να σταματήσει να μιλάει, να παλεύει να ονειρεύεται.

Και από ότι φαίνεται η εξουσία τα κατάφερε.

Γιατί όταν έχεις υποστεί τέτοια βία και εξευτελισμό μπορεί το σώμα σου να το αντέξει, αλλά η ψυχή σου δεν γιατρεύεται. Σε ακολουθεί ο εφιάλτης των στιγμών εκείνων στον ύπνο σου και στο ξύπνιο σου. Σε αποσυντονίζει σε διαβάλλει σε διαλύει. Μέρα μέρα σαν καρκίνος που σε τρώει και δεν μπορεί να τον νικήσεις.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα ο Κύπριος Αυγουστίνος Δημητρίου που την 17η Νοεμβρίου 2006 άλλαξε για πάντα την ζωή του.

Το βράδυ εκείνο περίπου στις 22.30, στον απόηχο της επετειακής εκδήλωσης, έκανε βόλτα στην περιοχή της πλατείας Συντριβανίου κοντά στο ξενοδοχείο «ABC» μαζί με έναν φίλο του. Νωρίτερα είχε ολοκληρωθεί η πορεία για την επέτειο της εξέγερσης του Πολυτεχνείου, όπου είχαν σημειωθεί συγκρούσεις μεταξύ των αστυνομικών και διαδηλωτών μπροστά στην πλατεία Χημείου. Εκείνο το παγερό βράδυ είχαν συλληφθεί επτά φοιτητές, ενώ οι αστυνομικοί έκαναν σωματικούς ελέγχους σε περαστικούς, κατά κανόνα νεαρής ηλικίας, καθώς αναζητούσαν νεαρό με συγκεκριμένα χαρακτηριστικά (μακριά μαλλιά, σακίδιο κ.λπ.).

Τη στιγμή που ο Αυγουστίνος μαζί με έναν φίλο του διέσχιζαν την οδό Αγγελάκη και πριν ανέβουν στο πεζοδρόμιο της πλατείας Συντριβανίου ένα άτομο με πολιτικά ρούχα -που αποδείχθηκε πως ήταν αστυνομικός- πλησίασε τον φοιτητή από την Πάφο και άρχισε να τον χτυπάει. Παράλληλα, έκανε νόημα σε άλλους δύο συναδέλφους του αστυνομικούς, οι οποίοι έσπευσαν και τους περικύκλωσαν.

Ενας εκ των αστυνομικών, αναίτια και χωρίς αφορμή, άρχισε να γρονθοκοπεί τον 24χρονο στο πρόσωπο, αφού του έβγαλε τον σκούφο που φορούσε λόγω της χαμηλής θερμοκρασίας που επικρατούσε και του έβαλε τρικλοποδιά σε μια προσπάθεια να τον ρίξει στο έδαφος. Αφού δεν πέτυχε η τρικλοποδιά, τον έσπρωξε προς την πλευρά του πεζοδρομίου του ξενοδοχείου «ABC».

Εκεί όλοι μαζί οι αστυνομικοί με πολιτική περιβολή, πολλοί εκ των οποίων φορούσαν μάσκες που κάλυπταν το πρόσωπό τους, τον γρονθοκόπησαν κατ’ επανάληψη και τον κλοτσούσαν στο πρόσωπο, στο κεφάλι και σε άλλα σημεία του σώματός του τόσο όσο ήταν όρθιος όσο και όταν τον είχαν ρίξει στο πεζοδρόμιο. Ενας από τους αστυνομικούς, υπό το αδιάφορο και απαθές βλέμμα των υπολοίπων συναδέλφων του, μεταξύ των οποίων ο αστυνομικός διευθυντής Θεσσαλονίκης, όταν ο άτυχος φοιτητής ήταν πεσμένος στο έδαφος τον πάτησε και προσπάθησε να του σπάσει το δεξί πόδι, όπως χαρακτηριστικά αναφέρουν οι δικαστές. Με μεγάλη καθυστέρηση, και όταν πλέον ο φοιτητής ήταν αιμόφυρτος, ο αστυνομικός διευθυντής έδωσε εντολή στους υφισταμένους του να σταματήσουν τον άγριο ξυλοδαρμό. Η ειρωνεία είναι ότι όταν οι αστυνομικοί έκαναν «διάλειμμα ξύλου», ένας αρχιφύλακας που ήταν παρών στον ξυλοδαρμό έδωσε στον Αυγουστίνο Δημητρίου ένα χαρτομάντιλο να σκουπίσει τα αίματα που έτρεχαν από το πρόσωπό του.

Μόλις ο 24χρονος κατάφερε με το ζόρι να σταθεί στα πόδια του, δύο αστυνομικοί, με τη συνοδεία άλλων δέκα ατόμων -πάντα με πολιτική περιβολή- τον οδήγησαν 20 μέτρα πιο κάτω, όπου ένας εξ αυτών τον χτύπησε με γροθιά στο πίσω μέρος του κεφαλιού, με αποτέλεσμα ο νεαρός να πέσει αμέσως πάνω σε μια ζαρντινιέρα, ενώ επτά αστυνομικοί συνέχιζαν με ακατάπαυστο ρυθμό να τον ξυλοκοπούν με γροθιές και κλοτσιές. Την ώρα που ήταν πεσμένος στο έδαφος και τον χτυπούσαν οι αστυνομικοί, ο Κύπριος φοιτητής με το πόδι του έριξε ένα μηχανάκι το οποίο ήταν σταθμευμένο πάνω στο πεζοδρόμιο και σε μικρή απόσταση από τη ζαρντινιέρα.

Οι γροθιές και οι κλοτσιές έπεφταν βροχή από τους αστυνομικούς, οι οποίοι τον έσπρωξαν και πάλι στην ζαρντινιέρα, όπου του έβαλαν χειροπέδες χωρίς να σταματήσουν να τον χτυπούν. Στην ομάδα των αστυνομικών που είτε ξυλοκοπούσαν τον άτυχο φοιτητή, είτε παρέμειναν θεατές συμμετείχαν, μεταξύ άλλων, ένας αστυνομικός διευθυντής, δύο αστυνόμοι Β’ και δύο αρχιφύλακες.

Οι αστυνομικοί έβαλαν τον αιμόφυρτο φοιτητή σε αυτοκίνητο της Ασφάλειας με συμβατικές πινακίδες κυκλοφορίας και τον πήγαν στην Ασφάλεια Θεσσαλονίκης. Μετά από 4 ώρες κράτησης, τον μετέφεραν στο νοσοκομείο «Γεννηματάς», όπου παρέμεινε νοσηλευόμενος επί 12 ημέρες, αρχικά φρουρούμενος και στη συνέχεια χωρίς αστυνομική επιτήρηση.

Οι γιατροί του νοσοκομείου διέγνωσαν ρινορραγία, οίδημα στη μύτη, αιμορραγίες από τους δύο επιπεφυκότες, οίδημα και εκχυμώσεις στους δύο ζυγωματικούς, βαθύ θλαστικό τραύμα του κάτω χείλους επεκτεινόμενο στον βλεννογόνο της στοματικής κοιλότητας, τραύματα στη μύτη, κάταγμα ρινικού οστού, κακώσεις στο κεφάλι, καθώς και εκχυμώσεις και θλαστικά τραύματα στον θώρακα, στα γόνατα, στους αγκώνες, στα χέρια, όπως και πολλές εκδορές σε όλο το σώμα. Παράλληλα, ο 24χρονος είχε τάση λιποθυμίας, έντονο αίσθημα άγχους και φόβου και διαταραχές της όρασης. Υποβλήθηκε σε συρραφή των τραυμάτων και επιπωμάτωση της μύτης με γάζες για να σταματήσει η ρινορραγία, ενώ του έγινε αντιτετανικός ορός και εμβόλιο.

Μετά την επίμαχη πορεία, ο τότε αρχηγός της Ελληνικής Αστυνομίας αντιστράτηγος Αναστάσιος Δημοσχάκης είχε χαρακτηρίσει τα επεισόδια εκείνης της ημέρας ως «περιορισμένης έκτασης τοπικού ενδιαφέροντος» και είχε δηλώσει ότι «η αυτοσυγκράτηση και η ψυχραιμία της Αστυνομίας ήταν παροιμιώδης». Δύο μέρες μετά η Γενική Αστυνομική Διεύθυνση Θεσσαλονίκης υποστήριξε ότι ο φοιτητής «έπεσε αρχικά σε σταθμευμένο μοτοποδήλατο και στη συνέχεια σε ζαρντινιέρα που υπήρχε στο σημείο, με αποτέλεσμα να τραυματισθεί».

Οι ισχυρισμοί τόσο του κ. Δημοσχάκη όσο και της Γενικής Αστυνομικής Διεύθυνσης Θεσσαλονίκης κατέρρευσαν σαν χάρτινος πύργος όταν τρεις κάμερες τηλεοπτικών σταθμών που είχαν καταγράψει το περιστατικό το προέβαλαν στον αέρα, διαγράφοντας έτσι με μια μονοκοντυλιά τον μύθο της αυτόβουλης και τυχαίας πρόσκρουσης του άτυχου φοιτητή στη ζαρντινιέρα.

Και όλα αυτά συνέβησαν χωρίς να έχει λάβει όπως ο ίδιος είχε δηλώσει μέρος στην πορεία.

Μετά την έξοδό του από το νοσοκομείο, ο Δημητρίου έφυγε από τη Θεσσαλονίκη και διέκοψε τις σπουδές του. Ένα χρόνο μετά, σε συνέντευξη στον τύπο, μέλη της οικογένειας είπαν ότι είχε κλειστεί στο σπίτι από φόβο, έπαιρνε ψυχοφάρμακα, και βρισκόταν υπό ιατρική παρακολούθηση.

Τον φόβο αυτό βίωνε και ο Βασίλης Μάγγος μετά τον ξυλοδαρμό του. Το αποκαλύπτει ο πατέρας του Ιωάννης Μάγγος, με δήλωσή του στην εφημερίδα των συντακτών, μετά την ανακοίνωση του πρώτου αποτελέσματος της νεκροψίας του παιδιού του.

«Το μόνο που δεν αποδεικνύεται ιατροδικαστικά είναι ότι το άγριο ξύλο, που έφαγε ο γιος μου, τον έριξε ψυχολογικά. Μετά την αστυνομική βία, που ασκήθηκε πάνω τόσο εντός όσο και εκτός του αστυνομικού τμήματος, το παιδί έπεσε κατακόρυφα. Του κατέστρεψαν την ψυχολογία.Αυτό τον έριξε εκεί που τον έριξε. Μπορεί να ήταν ό,τι ήταν, αλλά ήταν και αγωνιστής. Ήταν μια χαρά, δούλευε, έβγαζε μεροκάματο και ξαφνικά μετά το ξύλο που έπεσε, τον γύρισαν στο μηδέν. Ήξεραν ίσως ποιος ήταν και γι’ αυτό έπεσαν όλοι επάνω του και τον χτύπαγαν. Αυτό είναι το δικό μας πόρισμα και αυτό διαπιστώνουμε εμείς»

Γύρισε στο μηδέν λοιπόν ο Βασίλης . Καταβαραθρώθηκε ψυχολογικά. Δεν το άντεξε.

Και αυτό είναι όντως το αληθινό πόρισμα. Ο Βασίλης σταμάτησε να μετράει τα άστρα. Όπως αυτοί που το χτύπαγαν ήθελαν.

Δεν θέλανε να σκέφτεται, να μιλάει, να πράττει. Και όχι μόνο ο Βασίλης αλλά ο κάθε νέος που αμφισβητεί και παλεύει για ένα καλύτερο αύριο.

Το δόγμα δεν είναι νόμος και τάξη. Το δόγμα είναι όπου δεν πίπτει ο λόγος της εξουσίας πίπτει ράβδος.

Και αν νομίζεται ότι ο Βασίλης πέθανε από άλλη αιτία ετούτο λέμε. Ιατρικά ο Βασίλης πέθανε από οξύ πευμονικό οίδημα. Ψυχολογικά πέθανε ένα μήνα πριν από τη βάναυση συμπεριφορά των αστυνομικών οργάνων. Ο σωματικός θάνατος επήλθε από την ευαίσθητη ψυχή του.

Και αυτό είναι το δικό μας πόρισμα.

Μήνυμα της οικογένειας του Βασίλη Μάγγου

ΣΤΗΝ ΜΝΗΜΗ ΤΟΥ ΠΑΙΔΙΟΥ ΜΑΣ

Γεγονός αδιαμφισβήτητο είναι ότι το παιδί μας πέθανε.
Γεγονός αδιάψευστο είναι ότι πριν ένα μήνα ξυλοκοπήθηκε από τα ΜΑΤ άγρια και επικίνδυνα για τη σωματική του υγεία.
Η σκηνή του ξυλοδαρμού υπάρχει σε βίντεο που το είδε όλος ο κόσμος.
Γεγονός (μη αποδεικνυόμενο ιατροδικαστικά) είναι ότι μετά τον ξυλοδαρμό, αλλά και τους εξευτελισμούς που υπέστη στο κρατητήριο, κατέρρευσε η ψυχική του υγεία, που μοιραία επηρέασε τις αποφάσεις για τη ζωή του.
Γεγονός είναι ότι στη χώρα μας κανένας από την κυβέρνηση ,ούτε καν εισαγγελέας από το κράτος, δεν διέταξε ένορκη διοικητική εξέταση για τα παραπάνω.
Γεγονός είναι ότι στη χώρα μας δεν λειτουργούν οι δημοκρατικοί θεσμοί.
Γεγονός είναι ότι η κοινωνία μας δεν είναι δίκαιη.
Γεγονός είναι ότι ο γιoς μας, Βασίλειος Μάγγος, με τους αγώνες του προσπαθούσε να την κάνει καλύτερη!

Η οικογένεια του Βασίλειου Μάγγου

...