Φέτος συμπληρώνονται 32 χρόνια από την πτώση του Τείχους του Βερολίνου και 30 χρόνια από τη διάλυση της Σοβιετικής Ενωσης. Η αλληλουχία των γεγονότων που σηματοδότησε την κατάρρευση του λεγόμενου «υπαρκτού σοσιαλισμού» (ανέφερα μόνο τα δύο προεξάρχοντα από πλευράς συμβολικής αλλά και πραγματικής) συγκλόνισε τόσο βαθιά τα θεμέλια της σύγχρονης Ιστορίας ώστε η παγκόσμια κοινωνικο-πολιτική συνείδηση ακόμη δεν έχει συνέλθει από το σοκ – ιδίως στην πλευρά την οποία η κατάρρευση αφορούσε άμεσα, ήτοι στην Αριστερά.

Αναλύσεις για τα αίτια της κατάρρευσης από την Αριστερά έχουν γίνει αρκετές, και οι περισσότερες είναι βάσιμες και πειστικές. Αλλά ίσως για αυτό ακριβώς η «ανοίκεια» αίσθηση για το γεγονός της κατάρρευσης καθίσταται εντονότερη. Εκείνο που η Αριστερά δεν μπορεί να χωνέψει είναι ότι αιφνιδιάστηκε από ένα συμβάν οι αιτίες του οποίου ήταν εντοπίσιμες και ερμηνεύσιμες. Εδώ χρειάζεται να κάνουμε μια διάκριση, που εκ πρώτης όψεως φαίνεται «λεπτή», αλλά που στην πραγματικότητα είναι ουσιώδης.

Τα θεωρητικά εργαλεία που διαθέτει η Αριστερά τής επιτρέπουν να κατανοήσει –εκ των υστέρων, έστω– τις ιστορικές εκείνες διαδικασίες –διεθνείς και εγχώριες– που οδήγησαν σε αδιέξοδο τη σταλινική και μετα-σταλινική γραφειοκρατία. Από την άλλη, η ιδεολογία της, που σε μεγάλο βαθμό στηριζόταν σε μια νομοτελειακή αναπαράσταση της παγκόσμιας Ιστορίας, δεν της επέτρεπε να διαβλέψει πρακτικά το εν λόγω αδιέξοδο. Ακόμη και τα τμήματα εκείνα της Αριστεράς που διατηρούσαν μια εντονότατα επικριτική έως απορριπτική στάση απέναντι στο σοβιετικό καθεστώς, είχαν συγκροτήσει μια αφήγηση για το μέλλον του σοσιαλισμού κατά την οποία ο «υπαρκτός» θα ξεπερνούσε κάποτε τις όποιες αδυναμίες του ενδογενώς – ήτοι χωρίς την πλήρη κατάρρευση που του επιφύλασσε η σκληρή ιστορική πραγματικότητα. Χωρίς να αποδεχόμαστε τον απόλυτο διαχωρισμό μεταξύ θεωρίας και ιδεολογίας, είναι από τις περιπτώσεις εκείνες όπου η διαφορά μεταξύ των δύο υπήρξε καθοριστική ως προς τις πρακτικές πολιτικές της συνέπειες.

Μεγάλο τμήμα της αριστερής διανόησης γνωρίζει τι «πήγε στραβά» με τον «υπαρκτό σοσιαλισμό». Η Αριστερά όμως στο σύνολό της, της αριστερής διανόησης συμπεριλαμβανομένης, από την κατάρρευση κι έπειτα έχει εισέλθει σε μια ατέρμονη ταυτοτική κρίση, που απορρέει ακριβώς από το ότι μαζί με τον «υπαρκτό» κατέρρευσε και το ταυτοτικό αφήγημα περί νομοτελειακής έλευσης του σοσιαλισμού. Η Αριστερά έρχεται αντιμέτωπη με μια πικρή αλήθεια που ακόμη δεν έχει κατορθώσει να συνειδητοποιήσει. Δεν έχει –κατ’ ανάγκην– «την Ιστορία με το μέρος της». Οι ταξικοί αγώνες είναι ένας πόλεμος, η έκβαση του οποίου (όπως και στους περισσότερους «κανονικούς» πολέμους) δεν έχει κριθεί εκ των προτέρων.

Αποτελεί «ειρωνεία της Ιστορίας» ότι η Αριστερά σε αρκετές καπιταλιστικές χώρες της Ευρώπης, πολύ πριν από την κατάρρευση του «υπαρκτού», είχε αναπτύξει μια στρατηγική που σε τεράστιο βαθμό είχε αποδεσμευτεί από τη νομοτελειακή αναπαράσταση της Ιστορίας. Αναφέρομαι στη στρατηγική του «δημοκρατικού δρόμου προς τον σοσιαλισμό» που είχαν υιοθετήσει στη θεωρία τους –αλλά σ’ έναν βαθμό και στην πολιτική τους πρακτική– τα λεγόμενα ευρωκομμουνιστικά κόμματα. Η ουσία του «δημοκρατικού δρόμου» είναι η πεποίθηση πως ο σοσιαλισμός θα έλθει μόνον αν συναινέσουν σε αυτό οι λαϊκές μάζες. Και τούτο είναι κάτι που δεν μπορεί να προδικάσει κανείς ότι κάποτε θα συμβεί οπωσδήποτε – αλλιώς η δημοκρατικότητα του δημοκρατικού δρόμου πάει περίπατο.

Βέβαια οι ευρωκομμουνιστικές ηγεσίες στην πλειονότητά τους δεν τα έβλεπαν ακριβώς έτσι τα πράγματα. Στο διεθνές κομμουνιστικό κίνημα, παρά τις όποιες φυγόκεντρες τάσεις, εξακολουθούσε να βαρύνει η άποψη που ταύτιζε το μέλλον του σοσιαλισμού με εκείνο της «σοβιετικής πατρίδας». Οι σημαντικότερες πολιτικές δυνάμεις που είχαν ξεφύγει από τη φιλοσοβιετική νομοτελειακή αφήγηση, σταδιακά κατέληξαν να αποδεχτούν τον καπιταλισμό (έστω «με κοινωνικό πρόσωπο») ως το τελικό στάδιο της Ιστορίας της ανθρωπότητας – αρκετά κιόλας πριν το αναγγείλει ο Φράνσις Φουκουγιάμα. Χωρίς να σχηματοποιώ υπερβολικά, όντως πιστεύω πως η αυτοπαγίδευση της Αριστεράς σε νομοτελειακές αναπαραστάσεις ήταν εκείνο που οδήγησε μεγάλο μέρος της που είχε απογοητευτεί από τον «υπαρκτό» να συμβιβαστεί με τον καπιταλισμό ως αναπόφευκτη κατάληξη της ιστορικής πορείας.

Τηρουμένων των αναλογιών και σε μικρογραφία, αυτή η ιδεολογική αναδίπλωση βλέπουμε να επαναλαμβάνεται στην ελληνική Αριστερά κατά τα τελευταία χρόνια. Στον βαθμό που η «πρώτη φορά Αριστερά» κρίνεται ως αποτυχία, αντλείται ως συμπέρασμα ότι πρέπει να αποδεχτούμε τη μοίρα της ενσωμάτωσης στον καπιταλισμό. Ισως η μόνη ελπίδα να αποφευχθεί τούτη η αυτοαναίρεση της Αριστεράς είναι η επαναφορά της στρατηγικής του δημοκρατικού δρόμου σε ορθή –μη νομοτελειακή– βάση.

 * καθηγητή της Κοινωνικής Θεωρίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών

efsyn.gr