Από πολύ παλαιά στοχαστές, φιλόσοφοι και πολιτικοί ασχολήθηκαν με τις έννοιες λαός, όχλος, μάζα που σε πολλές περιπτώσεις τις ταύτιζαν. Η μάζα θεωρούνταν σχεδόν πάντα η τυφλά και παρορμητικά δρούσα χαμηλού πνευματικού επιπέδου δύναμη που δεν ήταν ποτέ στο προσκήνιο της ιστορίας, διότι οι ιστοριογράφοι έλεγαν ότι η ιστορία διαμορφώνεται αποκλειστικά από κάποιες ισχυρές προσωπικότητες. Μακριά μας να αρνηθούμε το ρόλο της προσωπικότητας στην ιστορία, αλλά δεν θα είναι το θέμα μας στο παρόν άρθρο. Θα είναι η άλλη πλευρά. Αυτή που ήταν αφανής ή κρατήθηκε στην αφάνεια και κάνει την είσοδό της στο ιστορικό προσκήνιο, απέκτησε θεωρητικό λόγο, έγινε «ορατή» μ’ αυτή την έννοια σχετικά πρόσφατα στην ιστορία, όταν η παρουσία της δεν μπορούσε πια να αγνοηθεί από κανένα, γιατί είχε γίνει πλέον επιβλητική με την μαζική εκβιομηχάνιση της παραγωγής. Τον 19ο αιώνα τελικά, με την ανάπτυξη της επαναστατικής θεωρίας από τους Μαρξ-Ένγκελς απόκτησε και θεωρητικό λόγο και συνείδηση σχετικά με την ανάγκη σχηματισμού μιας νέας κοινωνίας.

 

Η περίπτωση του Γουστάβου Λε Μπον (1841-1931)

Εν συντομία, στην καλύτερη περίπτωση η ψυχή των μαζών θεωρούνταν παιδική, αυθόρμητη, οι πράξεις τους κινούμενες από ξεσπάσματα παρορμητισμού, χωρίς σκέψη, χωρίς πνεύμα, αλλά με μπόλικο ένστικτο και συναίσθημα. Στη χειρότερη περίπτωση θεωρούνταν ζωώδης, χυδαία και πρόστυχη. Όσοι μιλούσαν μ’ αυτό τον τρόπο για τη μάζα, συχνά χρησιμοποιούσαν τη λέξη «όχλο». Έτσι για παράδειγμα ο Γάλλος γιατρός και συγγραφέας Γουστάβος Λε Μπον, στο έργο του με τίτλο Ψυχολογία των Όχλων (εκδόσεις ΜΑΡΗ, μετάφραση του Κ.Λ. Μεραναίου. Η πρώτη έκδοση στα γαλλικά κυκλοφόρησε το 1895) θα πει:

«Τα συναισθήματα, καλά ή άσχημα, που εκδηλώνει ο όχλος, παρουσιάζουν αυτό το διπλό χαρακτήρα: είναι πολύ απλά και πολύ υπερβολικά. Στο σημείο αυτό, όπως και σε τόσα άλλα, το άτομο του όχλου μοιάζει με τους πρωτόγονους. Αδυνατώντας να συλλάβει τις αποχρώσεις, βλέπει τα πράγματα συνολικά και δεν γνωρίζει μεταβατικές καταστάσεις. Στον όχλο η υπερβολή ενός συναισθήματος εντείνεται από το γεγονός πως, διαδιδόμενο ταχύτατα με την υποβολή και τη μετάδοση αυξάνει τη δύναμή του σημαντικά, με την επιδοκιμασία που συναντάει.

Η απλότητα και η υπερβολή των συναισθημάτων των όχλων τους προφυλάσσουν απ’ την αμφιβολία και την αβεβαιότητα. Όπως οι γυναίκες, φτάνουν μονομιάς στα άκρα. Η παραμικρή υποψία που εκφράζεται μεταμορφώνεται παρευθύς σε ασυζήτητη βεβαιότητα. Μια αρχή αντιπάθειας ή αποδοκιμασίας, που, στο απομονωμένο άτομο, μόλις και θα γινόταν αντιληπτή, γίνεται παρευθύς άγριο μίσος στο άτομο του όχλου» (σελ. 39).

Αναγνωρίζει, ωστόσο, ο Λε Μπον κάποια θετικά χαρακτηριστικά, αλλά στο άτομο μονάχα. Από τη στιγμή που τα άτομα ενώνονται σε μια μάζα, γίνονται όχλος. Στη γενικά αντιδιαλεκτική του προσέγγιση, ο Λε Μπον δίνει, ωστόσο, ένα βάρος στις περιστάσεις. Έχοντας δώσει ιστορικά παραδείγματα, θα καταλήξει:

Από τα παραπάνω λοιπόν συμπεραίνουμε, ότι ο όχλος πάντοτε είναι από άποψη διανοητική κατώτερος απ’ τον μεμονωμένο άνθρωπο (έτσι γενικά, δεν διαχωρίζει ανάμεσα στα κοινωνικά στρώματα και την ανάλογη παιδεία ή α-παιδεία τους, Α.Ι.) Αλλά από την άποψη των συναισθημάτων και των πράξεων που τα συναισθήματα αυτά προκαλούν, μπορεί, ανάλογα με τις περιστάσεις, νάναι καλύτερος ή χειρότερος. Όλα εξαρτώνται απ’ τον τρόπο με τον οποίο υποβάλλεται ο όχλος. Και αυτό ακριβώς παραγνώρισαν οι συγγραφείς που μελέτησαν τον όχλο μόνο απ’ την εγκληματική άποψη. Συχνά βέβαια οι όχλοι είναι εγκληματικοί, αλλά επίσης και συχνά ηρωικοί. Εύκολα οδηγούνται στη σφαγή για το θρίαμβο μιας πίστης ή μιας ιδέας, εύκολα ενθουσιάζονται για τη δόξα και για την τιμή, και τους παρασέρνουν σχεδόν δίχως ψωμί και δίχως όπλα,[…] Ηρωισμοί βέβαια κάπως ασυνείδητοι, αλλά μονάχα με τέτοιους ηρωισμούς γίνεται η ιστορία. Και αν χρειαζόταν να καταγράψουμε στο ενεργητικό των λαών μόνον τις μεγάλες πράξεις που είναι απόρροια ψυχρού υπολογισμού, τα χρονικά του κόσμου ελάχιστες τέτοιες πράξεις θα καταχωρούσαν» (σελ. 25, υπογράμμιση δική μου, Α.Ι.).

Και όπως θα αναπτύξει σελίδες παρακάτω, τα στιγμιαία επαναστατικά ένστικτα των όχλων δεν τους εμποδίζει να είναι εξαιρετικά συντηρητικοί. Η επίδραση της στιγμής είναι το αποφασιστικό στοιχείο, κατά Λε Μπον. Ωστόσο, οι κινητήριες ιδέες πρέπει να έχουν μια πολύ απλή μορφή και εικόνα. Επίσης η θρησκεία παίζει σημαντικό ρόλο στη χειραγώγηση της λαϊκής ψυχής. Ο Λε Μπον αφιερώνει ένα κεφάλαιο στο θέμα αυτό. Όλες οι πεποιθήσεις των όχλων παίρνουν θρησκευτική μορφή, σύμφωνα με τον Λε Μπον που αναπτύσσει και το ρόλο των δημαγωγών και των παραδόσεων στη χειραγώγηση. Όλα αυτά έχουν αναμφισβήτητα μια βάση, αλλά ο συγγραφέας τραβάει λάθος διαχωριστικές γραμμές μιλώντας για τις διάφορες κατηγορίες των όχλων στο τελευταίο μέρος του βιβλίου του., π.χ. είναι οι ετερογενείς, οι ομοιογενείς, οι εκλογικοί, οι κοινοβουλευτικοί όχλοι.

Ασφαλώς σήμερα έχει αλλάξει η στάση απέναντι στη «μάζα» που ούτε η λέξη δεν χρησιμοποιείται πια σχεδόν καθόλου, πόσο μάλλον η λέξη «όχλος». Αντικαταστάθηκαν από τον λιγότερο απαξιωτικό όρο «λαός». Μια ιστορία του 19ου και του 20ου αιώνα με τη σημαντική δραστηριοποίηση των λεγόμενων μαζών στο γίγνεσθαι συνοδευόμενη και προωθούμενη από μια άλλη αντίληψη σχετικά με τον ιστορικό τους ρόλο, συνέβαλε σ’ αυτό. Σήμερα οι πιο αντι-λαϊκοί πολιτικοί ακόμα αναφέρονται με ψευδο-σεβασμό στα λαϊκά στρώματα, που θα αντιδράσουν, θα τιμωρήσουν, θα κάνουν και θα ράνουν. Με λίγα λόγια, ο «κυρίαρχος λαός» θα τους βάλει όλους στη θέση τους.

Η περίπτωση του Νικολό Μακιαβέλι (1469-1527)

«Όπου υπάρχει ισότητα είναι αδύνατον να εγκαθιδρύσεις ηγεμονία και όπου δεν υπάρχει είναι αδύνατον να εγκαθιδρύσεις δημοκρατία»

Τάδε έφη Μακιαβέλι. Να διαβάσουμε κάποιες σκέψεις αυτού του πολιτικού άνδρα-φιλόσοφου της Φλωρεντίας της Αναγέννησης. Βρισκόμαστε στην εποχή που οι κοινωνίες της Νότιας και Δυτικής Ευρώπης άρχισαν να περνούν από τον όψιμο φεουδαρχισμό στον πρώιμο καπιταλισμό με την άνοδο της εμπορικής τάξης των πόλεων. Στο πιο γνωστό του έργο Ο ηγεμόνας *αναλύει τις σχέσεις ηθικής και πολιτικής. Τα αποσπάσματα είναι από το μέρος που φέρνει τον τίτλο Η χειραγώγηση του όχλου:

«Ο λαός, παραπλανημένος από απατηλά αγαθά, επιδιώκει πολλές φορές την αυτοκαταστροφή του και συγκινείται εύκολα από λαμπρές ελπίδες και απερίσκεπτες υποσχέσεις προκαλώντας κινδύνους και καταστροφές στις Δημοκρατίες. Εκτός και αν κάποιος, τον οποίο εμπιστεύεται, τον καθοδηγήσει, ώστε να αντιληφθεί τι είναι καλό και τι είναι κακό γι’ αυτόν. Όταν πάλι, κατά κακή τύχη, δεν εμπιστεύεται κανέναν, όπως ενίοτε συμβαίνει, επειδή εξαπατήθηκε στο παρελθόν από γεγονότα ή ανθρώπους, τότε αναπόφευκτα σπέρνει τον όλεθρο. Σχετικά μ’ αυτό είπε ο Δάντης, στο λόγο του για τη Μοναρχία, «ο όχλος συχνά ζητωκραυγάζει για τον θάνατό του και τον θάνατο της ζωής του».

Και από την απροθυμία να εμπιστευτούν οποιονδήποτε, συνεχίζει το συλλογισμό του ο Μακιαβέλι, αποτυγχάνουν οι δημοκρατίες να λάβουν σωστές αποφάσεις αναφερόμενος στο παράδειγμα της Βενετίας που δεν μπορούσε να αντιμετωπίσει την επίθεση πολυάριθμων εχθρών, επειδή δεν μπορούσαν να πάρουν μια απόφαση. Συνεχίζει ο Φλωρεντίνος στοχαστής τη σκέψη του:

«Ισχυρίζομαι, λοιπόν, ότι ο ευκολότερος τρόπος να καταστραφεί μια δημοκρατία όπου την εξουσία ασκεί ο όχλος, είναι να εμπλακεί σε εγχειρήματα που φαίνονται τολμηρά και γενναία. Διότι αν ο λαός μετράει σε κάτι, τότε πρέπει να τον έχεις μαζί σου, αφού και εκείνοι που έχουν αντίθετη γνώμη δεν θα μπορέσουν να κάνουν κάτι για να τον σταματήσουν. Αλλά αν αυτό καταστρέφει την πόλη, καταστρέφει ακόμα συχνότερα εκείνους, ειδικότερα, τους πολίτες που τίθενται επικεφαλής τέτοιων εγχειρημάτων. Διότι ο λαός, θεωρώντας δεδομένη τη νίκη, όταν φθάνει η ήττα δεν τα ρίχνει στη μοίρα ή την ανικανότητα, αλλά στην άγνοια και την κακοκεφαλιά του επικεφαλής. Αυτός, λοιπόν, συνήθως σκοτώνεται ή φυλακίζεται ή εξορίζεται, όπως συνέβη σε αναρίθμητους Καρχηδόνιους και Αθηναίους στρατηγούς. Δεν βοηθούν, μάλιστα, κανέναν απ’ αυτούς ούτε οι νίκες που προηγήθηκαν, αφού τις σβήνουν οι τωρινές συμφορές».

Αυτά από μια Ιταλία όπου ξεκίνησε η Αναγέννηση, αλλά που δεν κατάφερε τότε να κάνει το βήμα της εθνικής ενοποίησης και η διαίρεση σε πόλεις-κρατίδια θα καθυστερούσαν για αιώνες ακόμα την εξάπλωσή της στα πέρατα της γης, όπως την πραγματοποίησαν άλλα κράτη μετά από την απαραίτητη για την ανάπτυξή τους εθνοποίηση. Με τον Γκαριμπάλδι τον 19ο αιώνα η ιταλική εθνοποίηση πήρε σάρκα και οστά, αλλά τότε η γη είχε ήδη μοιραστεί ανάμεσα στις άλλες δυνάμεις.

Όμως, το πως να συγκρατήσεις ένα εξαγριωμένο πλήθος, είναι ζήτημα ζωής και θανάτου για τον ηγεμόνα. Σύμφωνα με τον Μακιαβέλι είναι ο σεβασμός

«για κάποιον άνδρα με σοβαρότητα και κύρος, που τους αντιμετωπίζει κατά πρόσωπο. […] Των πραγμάτων ούτως εχόντων, κάποιος που διοικεί ένα στράτευμα ή βρίσκεται σε μια πόλη όπου έχει ξεσπάσει διαμάχη, οφείλει να παρουσιαστεί μπροστά στους εμπλεκόμενους, με όση χάρη και αξιοπρέπεια μπορεί να συμμαζέψει, φέροντας τα διάσημα του όποιου αξιώματός του, για να τους εντυπωσιάσει».

*Τα αποσπάσματα είναι παρμένα από την έκδοση με επιλογή δύο κειμένων του Μακιαβέλι και τίτλο Η χειραγώγηση του όχλου από τις εκδόσεις ΡΟΕΣ, 1998, σειρά microMEGA

Η περίπτωση των Λασκαράτου, Λένιν, Γκόρκι και Πλεχάνοφ

Ανδρέας Λασκαράτος (1811-1901)- Λαός και Λαοπλάνοι

«Ο κόσμος κατηγορεί συχνά
για κακότεχνο κάθε τι,
που δεν είνε σύμφωνο
με τες κακοφτιαγμένες ιδέες του»

Ο Κεφαλονίτης σατιρικός Ανδρέας Λασκαράτος δεν ήταν λιγότερο κατήγορος του λαού, αλλά περισσότερο τον πονούσε, όπως φαίνεται από το έργο του και δη τη συλλογή σκέψεών του Λαός και Λαοπλάνοι * που ήδη ο ίδιος ο τίτλος «μιλάει». «Ξεσκεπάζω τες πληγές μας και ζητώ ιατρείαν. Ιδού το βιβλίο μου» θα δηλώσει. Πολύ σύγχρονος ο Λασκαράτος, όπως θα δούμε παρακάτω, αν τον συγκρίνουμε με τις σημερινές μεθόδους κοροϊδίας των συγκαιρινών μας λαοπλάνων. Δηλώνει λοιπόν:

Ας εξορίσει επί ζωής των τους λαοπλάνους. Αυτοί είναι άξιοι και μεγαλύτερης τιμωρίας, επειδή διαφθορείς και προδότες της Πατρίδος. Εις τον τόπον μας δεν υπάρχει παρά ένα μονό μεγάλο κόμμα, ή δια να ‘πούμε καλύτερα, ένας μοναχός μεγάλος σωρός από ανθρώπους της κυβέρνησης, διηρεμένος σε δύο στάσες, Κυβερνητικοί με επάγγελμα, Κυβερνητικοί δίχως επάγγελμα. Τα επαγγέλματα δεν φθάνουνε διά όλους, κ’ εκείνοι που μένουν απ’ όξον, γαυγίζουν εκείνους οπού ειν’ από μέσα. Κι εσύ, δύστυχε Λαέ, δεν γνωρίζεις ούτε τις αληθινές σου χρείες…» (οπισθόφυλλο)

Στο κεφάλαιο «Προϊδέαση» ο Λασκαράτος εξηγεί τους λόγους που τον έκαναν να γράψει αυτές τις σκέψεις. Πίστευε ότι η δημοσίευσή τους θα άνοιγε τα μάτια πολλών απατημένων ανθρώπων: «Επειδή το εμπόριο της απάτης με επείραζε, η επιθυμία της εγδικήσεως εμψύχονε την ιδέα μου. Το να λαχτίσω εκείνους οπού με υποχρεόνουνε να ζω ανάμεσα σε ανθρωπόμορφα ζώα, μου έκανε τόσην ευχαρίστηση!» (σελ. 15/16).Ο Λασκαράτος θέλει να ξεσκεπάζει και όχι να κουκουλώσει τα ελαττώματα της κοινωνίας, δεν μπορεί «εν συνειδήσει» να «ναναρίσει την κοινωνία με το ναρκωτικό νανάρισμα των λαοπλάνων». Θέλει να δείχνει την ασχήμια της οικογένειας, την υποκρισία της εκκλησίας (αφορέστηκε). Ο αριστοκράτης Λασκαράτος ήταν κατά του κινήματος των Ριζοσπαστών στην Κεφαλονιά, κάτι που δεν σήμαινε ότι δεν ασκούσε σφοδρή –και συχνά σατίριζε – κριτική στην κοινωνία, όπως ήταν, με σοβαρές συνέπειες για την προσωπική του ζωή. Στον Λασκαράτο ανακατεύονται αισθήματα συμπόνιας με το λαό, αλλά και διαπιστώνει καθυστερήσεις και ανωριμότητες. Έτσι θα πει με αφορμή το εκλογικό δικαίωμα:

«Η Ελευθεροψηφία δεν εμπόριε παρά να δώσει αποτελέσματα σύμφωνα με εκείνα της Ελευθεροτυπίας. Η Ελευθεροψηφία είναι αναγνώριση της πνευματικής ενηλικιότητος του λαού, επειδή του δίνει μέρος εις την κυβέρνηση του εαυτού του. Αλλά ποία εστάθηκε η πρώτη φωνή του λαού μας μόλις του επαραχωρήθηκε να μιλήση; Φωνή μωρίας; Φωνή που απόδειχνε πως εκείνοι που τον εκρίνανε ενήλικον απατηθήκανε» (σελ. 54/55)

παρουσιάζοντας μια όχι και τόσο κολακευτική εικόνα της «ενηλικιότητας» του λαού για να προβάλει παρακάτω πιο πολύ το στοιχείο της συμπόνιας:

«Δύστυχε Λαέ! Οι κατεργαραίοι σ’ εμεθήσανε καθώς μεθούν τα μελίσσια και τα βάνουνε στο καλάθι…Σ’ εμεθήσανε και σ’ εκάμανε να πιστέψης πως κάτι είσαι! Δύστυχε λαέ! ξέρεις τι είσαι! Εκείνο πούναι όλοι οι λαοί. Εκείνοι που εσταθήκανε οι λαοί πάντα. Είσαι, θέλεις δε θέλεις, το κλοτσοσκούφι εκείνωνε που τους βαστά η ψυχή τους να σε παίζουνε. Μπορεί να μη σ’ αρέσει τούτη η αλήθεια, μα δέξου τη γιατί είναι αλήθεια. Είναι πρικιά μα κάνει καλό. Εσύ έχεις παράπονα εναντίον εις εκείνους οπού έως τώρα σ’ εδιοικήσανε και τώρα εβγήκανε άλλοι οι οποίοι λέγονται φίλοι σου και σου ζητούνε να σε διοικήσουν εκείνοι. Και συ κατά το συνηθισμένο, γιατί έτσι οι λαοί κάνουνε πάντα, έτρεξες εις εδαύτους και τους ακολούθησες…» (σελ. 76/77).

*Τα κείμενα του Λασκαράτου έχουν αντληθεί από τις εκδόσεις ΡΟΕΣ, σειρά microMEGA, 1998, “Λαός και Λαοπλάνοι»

Η πραγματικότητα είναι ότι ο λεγόμενος λαός-μάζα-όχλος, αυτός ο αφανής στην ιστοριογραφία, έχει καταπατηθεί πολύ, ταλαιπωρηθεί και περιφρονηθεί πολύ και κρατηθεί σε αμορφωσιά στη διάρκεια του μεγαλύτερου μέρους της ιστορικής πορείας της ανθρωπότητας. Γι’ αυτό το λόγο διαθέτει σε μεγάλο βαθμό τα χαρακτηριστικά που του προσάπτουν διάφοροι στοχαστές που στην ουσία υπαγορεύουν την κοινή γνώμη. Δεν πρέπει να αρνηθούμε μια πραγματικότητα, αλλά να δούμε πώς θα την αλλάξουμε. Γεγονός είναι, ότι σήμερα με την πολύ μεγαλύτερη γραμματοσύνη από κάποτε, η πολιτική «ενηλικιότητα» δεν δείχνει να έχει ανεβεί πολύ. Ζήτημα για προβληματισμό λοιπόν το θέμα με ποιό τρόπο αλλάζουν συνεχώς οι μέθοδοι φθοράς της συνείδησης.

Η θετική άποψη *

Να κλείσουμε, όμως, με μια ελπιδοφόρα νότα. Δηλαδή, με μια προσέγγιση του θέματος που πιστεύει στον άνθρωπο σαν συνειδητό δημιουργό της ιστορίας. Μια άποψη, όπως είδαμε, που πήρε σάρκα και οστά τον 19ο αιώνα. Ο ρόλος της προσωπικότητας στην ιστορία ήταν σημαντικός, αλλά δεν σημαίνει ότι πρέπει να αρνηθούμε το ρόλο των λεγόμενων μαζών στην ιστορία. Όσο πιο πολύ συμμετέχουν οι λαϊκές μάζες στα ιστορικά γεγονότα μέσα από εξεγέρσεις, κινήματα, κόμματα κλπ. τόσο πιο πολύ ο ρόλος της προσωπικότητας μεγαλώνει επίσης, διότι ανάλογα με τα συμφέροντα που υπερασπίζεται και ανάλογα με τις υλικές δυνατότητες και προϋποθέσεις που υπάρχουν τη δοσμένη ιστορική στιγμή, η προσωπικότητα, ο ηγέτης, ο άρχων κλπ. μπορεί με τις αποφάσεις και τη δράση του να επιβραδύνει είτε να επιταχύνει το ιστορικό γίγνεσθαι. Επομένως να παίξει αντιδραστικό ή προοδευτικό ρόλο. Να πραγματοποιήσει τις δυνατότητες προόδου που υπάρχουν στην κοινωνία ή να τις μπλοκάρει προς το συμφέρον μιας ολιγαρχίας. Ο Λένιν (1870-1924) έγραφε στην εποχή του σχετικά μ’ αυτό:

«’Οσο βαθύτερος είναι ο μετασχηματισμός που θέλουμε να πραγματοποιήσουμε, τόσο πιο πολύ πρέπει ν’ ανεβάζουμε το ενδιαφέρον και τη συνειδητή στάση προς αυτόν, να πείθουμε για την αναγκαιότητά του όλο και νέα εκατομμύρια και δεκάδες εκατομμύρια» (Β.Ι. Λένιν, Άπαντα, ρως. εκδ., τόμος 31, σελ. 467)

Η ιδέα αυτή της μαζικής συμμετοχής είναι διαμετρικά αντίθετη με την ιδέα που μέχρι τότε είχε επικρατήσει, του παραμερισμού δηλαδή των μαζών από κάθε λήψη αποφάσεων, πόσο μάλλον από τη δραστηριοποίησή της σαν αποφασιστικός παράγοντας στα πολιτικά και οικονομικά πράγματα, σαν αποφασιστική δύναμη στην ανάπτυξη της κοινωνίας και της συνειδητής διαμόρφωσης της ιστορίας. Έχει αποδειχθεί ότι οι περίοδοι στην ιστορία στις οποίες σημειώθηκε μεγάλη ανάπτυξη του πολιτισμού, συνδέονται με λαϊκούς απελευθερωτικούς αγώνες, με μαζικά κινήματα. Δηλαδή, σαν κινήματα κριτικής και αντίστασης ενάντια σε καταπιεστικά καθεστώτα. Μεγάλοι διανοούμενοι και στοχαστές όχι σπάνια ήταν κατά καιρούς σφοδροί επικριτές κακώς κειμένων. Μια ολόκληρη τέχνη έχει αναπτυχθεί από αντίδραση στην αδικία. Δεν έλειπαν, βέβαια, ούτε οι συνοδοιπόροι των καταπιεστών, είτε από φόβο για τιμωρία, είτε από προσωπικό υλικό συμφέρον. Οι υλικές αντιθέσεις στην κοινωνία- και γι’ αυτό και οι πνευματικές – πάντα έτρεφαν εκρήξεις προόδου που μπορεί να αργήσουν να εμφανιστούν, αλλά κάποια στιγμή θα εκδηλωθούν, όταν «ο κόμπος φτάνει στο χτένι». Ο μεγάλος Ρώσος συγγραφέας Μαξίμ Γκόρκι (1868-1936) με την βαθιά ανθρώπινη ματιά στην ιστορία, έγραφε *:

«Ο λαός δεν είναι μόνο η δύναμη που δημιουργεί όλες τις υλικές αξίες, είναι και η μοναδική και αστείρευτη πηγή όλων των πνευματικών αξιών, ο πρώτος χρονικά και από άποψη ομορφιάς και μεγαλοφυίας της δημιουργίας φιλόσοφος και ποιητής, που δημιούργησε όλα τα μεγάλα ποιήματα, όλες τις τραγωδίες της γης και το πιο μεγαλειώδες απ’ αυτά την ιστορία του παγκόσμιου πολιτισμού».

Και σχολιάζει επεξηγητικά τα ως άνω αυτά λόγια:

«Στα παραμύθια του, στα τραγούδια του, στα ποιήματά του ο λαός δημιούργησε τις υπέροχες καλλιτεχνικές μορφές του Προμηθέα, του Ηρακλή, του Ανταίου, των ηρώων των ρούσικων λαϊκών επών, του Ορέστη και του Πυλάδη, του Φάρχαντ και του Σιρίν, του Δον Κιχώτη, του Φάουστ και του Μεφιστοφελή, των ηρώων της «Μπαχαράτα» και «Ραμαγιάνα», της «Καλεβάλα» κλπ. Οι ιδέες και οι εικόνες πολλών έργων των μεγάλων εποχών και χωρών έχουν αντληθεί από το θησαυροφυλάκιο της συλλογικής καλλιτεχνικής δημιουργίας του λαού. Πολλά από τα θαυμάσια έργα τέχνης που φυλάγονται στα μουσεία, στα παλάτια, στους ναούς και στις επαύλεις των εύπορων τάξεων είναι φτιαγμένα από τα χρυσά χέρια και τη μεγαλοφυϊα των αριστοτεχνών που βγήκαν από το λαό».

Και ο ρόλος της προσωπικότητας;

Μπορεί τα κείμενα αυτά να έχουν γραφτεί σε μια περίοδο ευφορίας μέσα σε χρόνια επαναστατικά και να έχουν μια κάπως ρομαντική υπερβολή – που εξηγείται από την έως τότε απαξίωση ή ακόμα και απόκρυψη του ρόλου των «μαζών» στην ιστορία οδηγώντας στα χρόνια της επανάστασης στο αντίθετο, δηλαδή μια υπερβολική έμφαση στο ρόλο τους – ωστόσο, μπαίνουν σαν σφήνα μιας νέας αντίληψης και ελπίδας σε μια παρακμασμένη κατάσταση. Όσο υπάρχουν πισωγυρίσματα και η αρχική φόρα δεν μπορεί να κρατηθεί, στο τοπίο της παγκόσμιας ιστορίας τέτοια τολμηρά πετάγματα μαρκάρουν μια πορεία προόδου, που θα επαναληφθεί και μάλιστα σε ανώτερα επίπεδα.

Το λάθος της υπερβολικής –ή και αποκλειστικής – σημασίας που δίδεται στο ρόλο της προσωπικότητας, ανέδειξε ο Ρώσος διανοούμενος Γκεόργκι Πλεχάνοφ (1856-1918) παίρνοντας το παράδειγμα του Ναπολέοντα:

«Η προσωπική δύναμη του Ναπολέοντα μας φανερώνεται με εξαιρετικά μεγεθυμένη μορφή, επειδή της αποδίδουμε όλη την κοινωνική δύναμη, που την ανέδειξε και την υποστήριξε. Αυτή φαίνεται σαν κάτι το εντελώς εξαιρετικό γιατί άλλες όμοιες μ’ αυτήν δυνάμεις δεν πέρασαν από τη δ υ ν α τ ό τ η τ α στην π ρ α γ μ α τ ι κ ό τ η τ α. Κι όταν μας λένε: τι θα γινόταν όμως, αν δεν υπήρχε ο Ναπολέοντας, η φ α ν τ α σ ί α μας μπερδεύεται και μας φαίνεται πως χωρίς αυτόν δε θα μπορούσε καθόλου να πραγματοποιηθεί όλο εκείνο το κοινωνικό κίνημα που πάνω του στηρίχθηκε η δύναμη και η επιρροή του» (σελ. 818).

Επομένως δεν πρέπει να συζητιέται η μια πλευρά χωρίς την άλλη, μια και δεν μπορεί να υπάρχει η μία χωρίς την άλλη και μάλιστα αλληλοεξαρτώνται. Ο υπερβολικός τονισμός της λαϊκής δύναμης χωρίς αναφορά στο ρόλο της προσωπικότητας και στις εκάστοτε υπαρκτές στην κοινωνία δυνατότητες πραγματοποίησης των επιθυμιών της είναι εξίσου λάθος με τον υπερβολικό τονισμό της προσωπικότητας και μόνο.

, Άννεκε Ιωαννάτου: Χειραγώγηση μαζών – Μια παλιά Ιστορία/Γουστάβος λε Μπον και Νικολό Μακιαβέλι, INDEPENDENTNEWS

*Οι παραθέσεις σ’ αυτό το υποκεφάλαιο έχουν αντληθεί από το βιβλίο Οι Βάσεις της Μαρξιστικής Φιλοσοφίας από τις Πολιτικές και Λογοτεχνικές Εκδόσεις της Ακαδημίας Επιστημών της ΕΣΣΔ, που κυκλοφόρησαν το 1961 στα ελληνικά.

Νόαμ Τσόμσκι: “Οι 10 τεχνικές χειραγώγησης των μαζών” – Εμείς είμαστε οι “μάζες

 

1. Η ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ ΤΗΣ ΑΠΟΣΠΑΣΗΣ ΤΗΣ ΠΡΟΣΟΧΗΣ

Το θεμελιώδες στοιχείο τού κοινωνικού ελέγχου είναι η στρατηγική τής απόσπασης τής προσοχής που έγκειται στην εκτροπή τής προσοχής τού κοινού από τα σημαντικά προβλήματα και τις αποφασισμένες από τις οικονομικές και πολιτικές ελίτ αλλαγές μέσω τής τεχνικής τού κατακλυσμού συνεχόμενων αντιπερισπασμών και ασήμαντων πληροφοριών. Η στρατηγική τής απόσπασης τής προσοχής είναι επίσης απαραίτητη για να μην επιτρέψει στο κοινό να ενδιαφερθεί για απαραίτητες γνώσεις στους τομείς τής επιστήμης, τής οικονομίας, τής ψυχολογίας, τής νευροβιολογίας και τής κυβερνητικής. «Διατηρήστε την προσοχή τού κοινού αποσπασμένη, μακριά από τα αληθινά κοινωνικά προβλήματα, αιχμάλωτη θεμάτων που δεν έχουν καμία σημασία. Διατηρήστε το κοινό απασχολημένο, τόσο πολύ ώστε να μην έχει καθόλου χρόνο για να σκεφτεί – πίσω στο αγρόκτημα, όπως τα υπόλοιπα ζώα» (απόσπασμα από το κείμενο: “Αθόρυβα όπλα για ήρεμους πολέμους”).

2. ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΩΝ ΚΑΙ ΜΕΤΑ ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΛΥΣΕΩΝ

Αυτή η μέθοδος καλείται επίσης «πρόβλημα-αντίδραση-λύση». Δημιουργείται ένα πρόβλημα, μια προβλεφθείσα «κατάσταση» για να υπάρξει μια κάποια αντίδραση από τον κόσμο, με σκοπό αυτός ο ίδιος να ορίσει τα μέτρα που η εξουσία θέλει να τον κάνει να δεχτεί. Για παράδειγμα: Αφήνεται να ξεδιπλωθεί και να ενταθεί η αστική βία ή οργανώνονται αιματηρές επιθέσεις που αποσκοπούν στο να απαιτήσει ο κόσμος νόμους ασφαλείας και πολιτικές εις βάρος τής ελευθερίας. Ή ακόμα: Δημιουργούν μία οικονομική κρίση ώστε να γίνει αποδεκτή ως αναγκαίο κακό η υποχώρηση των κοινωνικών δικαιωμάτων και η διάλυση των δημόσιων υπηρεσιών.

3. Η ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ ΤΗΣ ΣΤΑΔΙΑΚΗΣ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ

Για να γίνουν αποδεκτά τα διάφορα απαράδεκτα μέτρα, αρκεί η σταδιακή εφαρμογή τους, λίγο-λίγο, επί συναπτά έτη. Κατά αυτόν τον τρόπο επιβλήθηκαν τις δεκαετίες του ΄80 και ΄90 οι δραστικά νέες κοινωνικοοικονομικές συνθήκες (νεοφιλελευθερισμός): ανύπαρκτο κράτος, ιδιωτικοποιήσεις, ανασφάλεια, ελαστικότητα, μαζική ανεργία, μισθοί που δεν εξασφαλίζουν ένα αξιοπρεπές εισόδημα, τόσες αλλαγές που θα είχαν προκαλέσει επανάσταση αν είχαν εφαρμοστεί μονομιάς.

4. Η ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ ΤΗΣ ΑΝΑΜΟΝΗΣ

Ένας άλλος τρόπος για να γίνει αποδεκτή μια αντιλαϊκή απόφαση είναι να την παρουσιάσουν ως «επώδυνη και αναγκαία», εξασφαλίζοντας τη συγκατάβαση του λαού τη δεδομένη χροκή στιγμή και εφαρμόζοντάς τη στο μέλλον. Είναι πιο εύκολο να γίνει αποδεκτή μια μελλοντική θυσία απ’ ό,τι μία άμεση. Κατά πρώτον επειδή η προσπάθεια δεν καταβάλλεται άμεσα και κατά δεύτερον επειδή το κοινό, η μάζα, πάντα έχει την τάση να ελπίζει αφελώς ότι «τα πράγματα θα φτιάξουν στο μέλλον» και ότι οι απαιτούμενες θυσίες θα αποφευχθούν. Αυτό δίνει περισσότερο χρόνο στο κοινό να συνηθίσει στην ιδέα των αλλαγών και να τις αποδεχτεί με παραίτηση όταν φτάσει το πλήρωμα του χρόνου.

5. ΑΠΕΥΘΥΝΣΗ ΤΟΥ ΛΟΓΟΥ ΣΤΟ ΚΟΙΝΟ ΣΑΝ ΑΥΤΟ ΝΑ ΕΙΝΑΙ ΣΤΗΝ ΠΑΙΔΙΚΗ ΗΛΙΚΙΑ

Η πλειονότητα των διαφημίσεων που απευθύνονται στο ευρύ κοινό χρησιμοποιούν λόγο, επιχειρήματα, προσωπικότητες και τόνο τής φωνής, όλα ιδιαίτερα παιδικά, πολλές φορές στα όρια τής αδυναμίας, σαν ο θεατής να ήταν μικρό παιδάκι ή διανοητικά καθυστερημένος. Όσο περισσότερο θέλουν να εξαπατήσουν το θεατή τόσο πιο πολύ υιοθετούν έναν παιδικό τόνο. Γιατί; «Αν κάποιος απευθύνεται σε ένα άτομο σαν αυτό να ήταν 12 χρονών ή και μικρότερο, αυτό λόγω τής υποβολής είναι πολύ πιθανό να τείνει σε μια απάντηση ή αντίδραση απογυμνωμένη από κάθε κριτική σκέψη, όπως αυτή ενός μικρού παιδιού» (βλ. “Αθόρυβα όπλα για ήρεμους πολέμους”).

6. ΠΟΛΥ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΗ ΧΡΗΣΗ ΤΟΥ ΣΥΝΑΙΣΘΗΜΑΤΟΣ, ΠΑΡΑ ΤΗΣ ΛΟΓΙΚΗΣ

Η χρήση του συναισθήματος είναι μια κλασική τεχνική προκειμένου να επιτευχθεί βραχυκύκλωμα στη λογική ανάλυση και στην κριτική σκέψη των ατόμων. Από την άλλη, η χρήση των συναισθημάτων ανοίγει την πόρτα για την πρόσβαση στο ασυνείδητο και την εμφύτευση ιδεών, επιθυμιών, φόβων, καταναγκασμών ή την προτροπή για ορισμένες συμπεριφορές.

7. Η ΔΙΑΤΗΡΗΣΗ ΤΟΥ ΚΟΙΝΟΥ ΣΤΗΝ ΑΓΝΟΙΑ ΚΑΙ ΣΤΗ ΜΕΤΡΙΟΤΗΤΑ

Κάντε το κοινό να είναι ανήμπορο να κατανοήσει τις μεθόδους και τις τεχνολογίες που χρησιμοποιούνται για τον έλεγχο και τη σκλαβιά του. «Η ποιότητα της εκπαίδευσης που δίνεται στις κατώτερες κοινωνικές τάξεις πρέπει να είναι η φτωχότερη και μετριότερη δυνατή, έτσι ώστε το χάσμα της άγνοιας μεταξύ των κατώτερων και των ανώτερων κοινωνικών τάξεων να είναι και να παραμένει αδύνατον να γεφυρωθεί» (βλ. “Αθόρυβα όπλα για ήρεμους πολέμους”).

8. ΕΝΘΑΡΡΥΝΣΗ ΤΟΥ ΚΟΙΝΟΥ ΝΑ ΕΙΝΑΙ ΙΚΑΝΟΠΟΙΗΜΕΝΟ ΜΕ ΤΗ ΜΕΤΡΙΟΤΗΤΑ

Προωθήστε στο κοινό την ιδέα ότι είναι της μόδας να είσαι ηλίθιος, χυδαίος και αμόρφωτος.

9. ΕΝΙΣΧΥΣΗ ΤΗΣ ΑΥΤΟ-ΕΝΟΧΗΣ

Κάντε τα άτομα να πιστέψουν ότι αυτά και μόνον αυτά είναι ένοχα για την κακοτυχία τους, εξαιτίας τής ανεπάρκειας τής νοημοσύνης τους, των ικανοτήτων ή των προσπαθειών τους. Έτσι, τα άτομα αντί να εξεγείρονται ενάντια στο οικονομικό σύστημα, υποτιμούν τους εαυτούς τους και νιώθουν ενοχές, κάτι που δημιουργεί μια γενικευμένη κατάσταση κατάθλιψης, τής οποίας απόρροια είναι η αναστολή τής δράσης. Και όπως γνωρίζουμε χωρίς δράση, δεν υπάρχει επανάσταση.

10. ΤΟ ΣΥΣΤΗΜΑ ΓΝΩΡΙΖΕΙ ΤΑ ΑΤΟΜΑ ΚΑΛΥΤΕΡΑ ΑΠ’ ΟΤΙ ΑΥΤΑ ΤΟΥΣ ΕΑΥΤΟΥΣ ΤΟΥΣ

Κατά τα τελευταία 50 χρόνια, η ταχεία πρόοδος τής επιστήμης έχει δημιουργήσει ένα αυξανόμενο κενό μεταξύ των γνώσεων τού κοινού και εκείνων που κατέχουν και χρησιμοποιούν οι κυρίαρχες ελίτ. Χάρη στη βιολογία, στη νευροβιολογία και στην εφαρμοσμένη ψυχολογία, το σύστημα έχει επιτύχει μια εξελιγμένη κατανόηση των ανθρώπων, τόσο σωματικά όσο και ψυχολογικά. Το σύστημα έχει καταφέρει να γνωρίζει καλύτερα τον «μέσο άνθρωπο» απ’ ό,τι αυτός γνωρίζει τον εαυτό του. Αυτό σημαίνει ότι στις περισσότερες περιπτώσεις το σύστημα ασκεί μεγαλύτερο έλεγχο και μεγάλη εξουσία πάνω στα άτομα, μεγαλύτερη από αυτήν που τα ίδια ασκούν στους εαυτούς τους.

Χωρίς κρίσεις και σχόλια

independentnews