Άγγελος Καλοδούκας: Νόρα, μέρες έρωτα και φεμινισμού

Posted on November 27, 2020, 12:30 pm
13 secs

[αναμνήσεις από ένα φεμινισμό που δεν ταύτιζε τη γυναίκα με τη μητρότητα. Που αρνιόταν ότι η γέννηση ενός παιδιού είναι ο σκοπός μιας γυναίκας. Αφιερωμένο στη ντροπιαστική πτέρυγα του σημερινού φεμινισμού που υπογραφεί κείμενα που εξισώνουν τη γυναίκα με τη μητρότητα]

Έγινα μαρξιστής στα 17 μου χρόνια. Στα 21 μου γνώρισα τον πρώτο μεγάλο έρωτα της ζωής μου, τη Νόρα. Αθηναία, Καλλιθεάτισα, είχε περάσει στο χημικό στην Πάτρα όπου σπούδαζε. Ζήσαμε ένα τρελό έρωτα που κράτησε πέντε ονειρικά χρόνια (1978-1983). Πηγαινοερχόμουν Αθήνα-Πάτρα και πολύ συχνά έμενα στην Πάτρα για μήνες στο φοιτητικό διαμέρισμα της Νόρας. Θυμάμαι καταλήψεις στο πανεπιστήμιο, αντιπαραθέσεις με αριστερές ομάδες και απόψεις, κατάμεστα αμφιθέατρα πυρακτωμένα από επαναστατικό λόγο, θυμάμαι τα ΚΝΑΤ να εισβάλουν για να κλείσουν μια κατάληψη στο πανεπιστήμιο, θυμάμαι μάχες με ΜΑΤ. Θυμάμαι παθιασμένες ερωτικές νύκτες με τη Νόρα, ατέλειωτες συζητήσεις επί παντός του επιστητού: την καταγωγή του ανθρώπου, του κράτους, της ιδιοκτησίας, της οικογένειας, το σύμπαν και πώς προήλθε, την ψυχολογία και τον Φρόιντ, την επιστήμη, την κοινωνιολογία, τον Μαρξ και τον Νίτσε. Θυμάμαι να βλέπουμε ταινίες και να τις αναλύουμε, να πηγαίνουμε σε γκαλερί, να γράφουμε μαζί κείμενα και προκηρύξεις για την επανάσταση, τον φεμινισμό, την πολιτική κατάσταση. Να πηγαίνουμε εκδρομές, διακοπές. Σε θυμάμαι Νόρα να λικνίζεσαι μαγευτικά πάνω σε τραπέζια σε μαγαζιά που έπαιζαν Τα παιδιά από την Πάτρα, να κτυπάω παλαμάκια, να σε κοιτώ και να λιώνω. Θυμάμαι σεξ που να διαρκεί 12 ώρες, μετρημένες με το ρολόι. Σε θυμάμαι, μια κόκκινη νιφάδα σε μια ατέλειωτη εκδρομή.
Σε θυμάμαι Νόρα να με εισάγεις στα μυστήρια του φεμινισμού. Να μου λες ότι δεν υπάρχουν γυναικείες και ανδρικές δουλειές, ότι θα πρέπει να μάθω να μαγειρεύω, να σκουπίζω, να σφουγγαρίζω. Σε σένα Νόρα οφείλω το ότι είμαι νοικοκύρης (τιμή μου!) και εξαιρετικός (χωρίς μετριοφροσύνη!) μάγειρας. Και θυμάμαι το σοκ. Το απόλυτο σοκ! Ήταν δεν ήταν, τρεις-τέσσερις μήνες που τα είχαμε φτιάξει και είχες έρθει από την Πάτρα στην Αθήνα. Την επόμενη μέρα είχαμε συναντηθεί στην Πλατεία Καλλιθέας με μια παρέα 20-30 ατόμων. Τόσο μεγάλες ήταν τότε οι παρέες. Έφτασε 2 ή 3 μετά τα μεσάνυκτα, και μου είπες:
– Θέλω να σου πω.
– Τι;
– Πάμε πιο κει να σου πω, να είμαστε μόνοι.
Πήγαμε σε ένα παγκάκι της πλατείας Καλλιθέας.
– Τι έγινε ρε Νόρα;
– Πρέπει να σου πω κάτι που πρέπει να το ξέρεις. Πριν λίγες μέρες πήγα με τον Χ [μου λέει ένα όνομα γνωστού στελέχους της τότε επαναστατικής Αριστεράς στην Πάτρα] και κάναμε έρωτα.
Έπαθα σοκ! Ένοιωσα τον κόσμο να καταρρέει. Ψέλλισα:
– Δηλαδή, χωρίζουμε;
– Δεν σου είπα κάτι τέτοιο. Είσαι ο έρωτας της ζωής μου. Ποτέ μου δεν αγάπησα άλλον άνδρα όσο εσένα. Αλλά, κανείς και ποτέ δεν μπορεί να σε καλύψει ολοκληρωτικά. Έχεις το δικαίωμα της ελεύθερης επιλογής. Δεν σημαίνει κάτι ιδιαίτερο μια σεξουαλική βραδιά. Για να σπάσει ο δεσμός μεταξύ εμένα και σένα απαιτούνται πολύ περισσότερα από ευκαιριακό σεξ.
Έπαθα την πλάκα μου. Έκανα μέρες για να συνέλθω. Θυμάμαι μέρες να κλαίω στην αγκαλιά της Νόρας. Μετά όμως μου άρεσε! Συνειδητοποίησα ότι αυτός είναι πραγματικός έρωτας. Επιλέγεις αυτόν που είσαι μαζί του συνειδητά, όχι από σύμβαση, όχι από συνήθεια, όχι από το φόβο να μείνεις μόνος. Μένεις με κάποιον [κάποιαν] γιατί είναι αυτός που εκφράζει το όλο για σένα, το μυαλό και την ψυχή, το σεξ, την ηρεμία, την αναζήτηση, την περιπέτεια αλλά και την πεπατημένη, την ασφάλεια ταυτόχρονα. Το όλον είναι το πραγματικό, που έλεγε ο Χέγκελ.
Στα πέντε χρόνια που διάρκεσε η σχέση μας η Νόρα πήγε ακόμα με άλλους δυο άνδρες [μου το έλεγε πάντα η ίδια, την επόμενη μέρα]. Εγώ δεν πήγα ποτέ με καμία άλλη γυναίκα. Θυμάμαι φίλες της φεμινίστριες να με κατηγορούν για αυτό ως «συντηρητικό». Άνθρωπο που φοβάται να διακινδυνεύσει. Δεν ίδρωσε το αυτί μου. Εκείνη την εποχή είχα πολλές ευκαιρίες να συνάψω ευκαιριακές ερωτικές σχέσεις. Ήμουν στέλεχος της επαναστατικής Αριστεράς με πλήθος άρθρων και κειμένων που, όπως είναι γνωστό, το [όποιο] κύρος προσελκύει ερωτικές προδιαθέσεις. Τις αρνήθηκα όλες. Η Νόρα ήταν το παν για μένα. Καλώς ή κακώς έτσι είχαν τα πράγματα. Συντηρητικός, ξεσυντηρητικός, αυτός ήμουν [και αυτός εξακολουθώ να είμαι].
Θυμάμαι τη Νόρα να μου μιλάει για τη μητρότητα.
– Αν ποτέ κάνουμε παιδί Άγγελε, να μην διανοηθείς ότι θα το μεγαλώσω εγώ ως γυναίκα-μάνα-νοικοκυρά. Ούτε η μάνα μου. Όχι γιατί δεν θα το θέλει η ίδια, αλλά γιατί δεν θα το επιτρέψω! Δεν θα το θέλω εγώ! Το παιδί θα το μεγαλώσουμε οι δυο μας! Μισό-μισό! Δεν θα ανεχθώ οτιδήποτε άλλο! Είμαι γυναίκα πάνω απ’ όλα, δεν θα γίνω ποτέ μητέρα πάνω από αυτό!

Το τέλος ενός αιώνιου έρωτα
Το στρατιωτικό μεταγωγικό αεροπλάνο προσγειώνεται στο αεροδρόμιο της Σαντορίνης στις 1:30 μετά τα μεσάνυχτα. Αύγουστος 1983. Η Νόρα μεταφέρεται από δυο φαντάρους με στρατιωτικό πάνινο φορείο εκστρατείας στο εσωτερικό του αεροπλάνου. Την ξαπλώνουν στην άτρακτο του αεροσκάφους και τη δένουν με ιμάντες. Με βάζουν να καθίσω στον μακρόστενο πάγκο στη μια πλευρά της ατράκτου και με δένουν και εμένα. Είμαι ακριβώς δίπλα και πάνω από την Νόρα. Στην πτήση προς την Αθήνα η Νόρα κάνει εμετό αίμα. Της πιάνω το χέρι. Γυρίζει το σώμα της προς την άλλη πλευρά.
Κοιτάζω έξω από το παράθυρο του αεροπλάνου. Το σκοτεινό πρόσωπο του θανάτου.
Προσπαθώ να παρηγορήσω τον εαυτό μου δημιουργώντας στο κεφάλι μου μια φανταστική συνομιλία με τον πλέον κολλητό μου φίλο της εποχής εκείνης:
– Ρε συ Κώστα! Τρομερή ιστορία! Ήμασταν με την Νόρα στη Σαντορίνη, κάτι έπαθε, τι διάβολο δεν ξέρω, μεταφερθήκαμε με αεροπλάνο στην Αθήνα, αλλά τώρα όλα είναι καλά! Όλα καλά! Τρομερή εμπειρία δικέ μου!
Κοιτάζω τη Νόρα. Μοιάζει να έχει χάσει τις αισθήσεις της. Έξω από το παράθυρο του αεροπλάνου δεν φαίνεται τίποτα εκτός από μαύρο σκοτάδι που σπάει κατά διαστήματα από τα φωτά των νησιών όταν περνάμε από πάνω τους. Δεν διακρίνεται τίποτα, παρά μόνο φωτεινά λαμπιόνια στο χάος ενός κατάμαυρου μηδέν. Είναι καλοκαίρι αλλά αισθάνομαι την παγωνιά του θανάτου που πλησιάζει.
Το καλοκαίρι του 1983 αποφασίσαμε να πάμε για ένα δεκαπενθήμερο στην Σαντορίνη. Πήγαμε. Την Τρίτη μέρα ήμασταν στην παραλία της Οίας. Κάναμε μπάνιο και ήμασταν ξαπλωμένοι στην άμμο. Η Νόρα μου λέει κάποια στιγμή:
– Πονάει η κοιλιά μου.
– Δεν είναι τίποτα, κάπου ψιλοκρύωσες, θα περάσει σε λίγο γλυκιά μου.
Δεν πέρναγε ο πόνος. Πήγαμε με τη μοτοσυκλέτα που είχα εκείνη την εποχή πίσω στην Οία και καθίσαμε σε ένα καφενείο. Ο πόνος δεν περνούσε. Κάποια στιγμή χάνει τις δυνάμεις της και καταρρέει. Έχει ακόμα τις αισθήσεις της. Μου λένε ότι υπάρχει ιατρείο με μια νεαρή γυναίκα ιατρό. Πάμε. Η γιατρός την εξετάζει και μου λέει:
– Δεν μπορώ να καταλάβω τι έχει. Αλλά είναι κάτι πολύ σοβαρό. Θα πάρω τηλέφωνο να έρθει στρατιωτικό αεροπλάνο να την μεταφέρουν σε νοσοκομείο της Αθήνας.
Η ώρα είναι 3 μ.μ.. Το αεροπλάνο θα έρθει στην Σαντορίνη στις 1:30, μετά τα μεσάνυχτα.
Το αεροπλάνο φτάνει στην Αθήνα. Μας περιμένει ένα νοσοκομειακό. Στη διαδρομή προς το νοσοκομείο η Νόρα πεθαίνει στα χέρια μου. Την αιτία θα την μάθω μετά κάποιες μέρες. Εξωμήτριο τεσσάρων σχεδόν μηνών! Δεν είχαμε πάρει χαμπάρι. Στην Σαντορίνη με τα ανεβοκατεβάσματα στους ανηφορικούς δρόμους της έπαθε εσωτερική αιμορραγία. Το γεγονός ότι άργησε τόσο πολύ να φτάσει αεροπλάνο μεταφοράς σε νοσοκομείο της Αθήνας συνέβαλε αποφασιστικά στο θάνατο.
Τη νύχτα έξω από το νοσοκομείο Σωτηρία στη Μεσογείων θα πάρω τηλέφωνο στο σπίτι της Νόρας. Το σηκώνει ο πατέρας της.
– Είμαι ο Άγγελος. Πρέπει να πάτε στο νοσοκομείο Σωτηρία. Συνέβη κάτι πολύ σοβαρό στη Νόρα.
Το κλείνω. Παίρνω ένα κολλητό φίλο, τον Σωτήρη, να έρθει να με πάρει με το αυτοκίνητό του.
– Τι συμβαίνει;
– Πέθανε η Νόρα.
– Πλάκα μου κάνεις;
– Ηλίθιε! Τέτοια ώρα πλάκα θα σου έκανα λέγοντάς σου αυτό; Έλα να με πάρεις.
Ήρθε και με μάζεψε. Βρήκαμε ένα φαρμακείο να αγοράσομε ηρεμιστικά γιατί επέμενε σε αυτό ο Σωτήρης. Του είπα:
– Δεν χρειάζομαι τίποτα. Δεν αισθάνομαι τίποτα. Ο θάνατος είναι τόσο ολοκληρωτικός που δεν υπάρχει αντίδραση. Μέσα μου όλα έχουν παγώσει. Ακόμα και η κόλαση.
Ακολούθησε ένας χρόνος με ψυχοφάρμακα που δεν μου έκαναν τίποτα. Έκλαιγα και σπάραζα κάθε μέρα επί μήνες. Στο τέλος χρειάστηκα ψυχοφάρμακα. Ευτυχώς, είχα την πλήρη συμπαράσταση των φίλων μου. Ο Κώστας με φιλοξενούσε στο σπίτι του και τα βράδια, όπως μου διηγήθηκε πολύ αργότερα, έμπαινε στο δωμάτιο που κοιμόμουν να βεβαιωθεί αν ανέπνεα.

*Από το λογαριασμό του Άγγελου Καλοδούκα στο facebook

...